Συνεντευξεις

Του Βασιλη Παπαθεοδωρου στον τυπο και στο διαδικτυο 03

Συνέντευξη στον Απόστολο Πάππο, Elniplex - 24 Απριλίου 2020

Με την έναρξη της νέας δεκαετίας, το ELNIPLEX ξεκίνησε έναν ανοιχτό διάλογο με τους Έλληνες εκδότες που δραστηριοποιούνται στον χώρο του παιδικού και νεανικού βιβλίου. Τα ερωτήματα που απευθύνουμε είναι τα ίδια για όλους και αφορούν στις προκλήσεις της νέας δεκαετίας, τις κατευθύνσεις προς τις οποίες θα κινηθούν οι εκδότες και τις πρωτοβουλίες που απαιτούνται ώστε να ισχυροποιηθεί το βιβλίο ως μέσο και αξία.

Φιλοξενούμε σήμερα τον γνωστό συγγραφέα βιβλίων για παιδιά και νέους, κύριο Βασίλη Παπαθεοδώρου, υπεύθυνο Παιδικού Βιβλίου των σημαντικών εκδόσεων Καστανιώτη, οι οποίες επανέρχονται δυναμικά στο παιδικό και νεανικό βιβλίο, ενώ μετρούν πάνω από πέντε δεκαετίες στο χώρο.

Οι ουσιαστικές απαντήσεις του δίνουν το στίγμα των εκδόσεων Καστανιώτη για τη νέα δεκαετία αλλά και το βιβλίο για παιδιά και νέους εν γένει.

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου ανταποκρίθηκε άμεσα στο κάλεσμά μας και είναι στο ELNIPLEX.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για το παιδικό και το εφηβικό βιβλίο τη νέα δεκαετία που διανύουμε (ειδικά με την πρωτοφανή κατάσταση που βιώνουμε από τον Μάρτιο του 2020);

Θα χρησιμοποιούσα δυο λέξεις για να περιγράψω τις μεγαλύτερες προκλήσεις στο χώρο του παιδικού κι εφηβικού βιβλίου στην Ελλάδα: Επαγγελματισμός και σεβασμός. Η λέξη επαγγελματισμός με την ευρεία έννοια κακώς έχει αποκτήσει μια κάποια αρνητική χροιά στις συνειδήσεις των περισσότερων ως κάτι στείρα γραφειοκρατικό. Χρειάζεται λοιπόν να βγαίνουν περισσότερα και καλύτερα βιβλία από κειμενική άποψη, ποιοτικότερα. Βιβλία που θα έχουν μια καλή λογοτεχνική επιμέλεια κι αυτό προϋποθέτει οι συγγραφείς να αναγνωρίζουν το ρόλο του επιμελητή, του editor, πως προσπαθεί να κάνει ένα κείμενο καλύτερο. Πάρα πολλοί συγγραφείς νομίζουν πως έχουν γράψει ένα αριστούργημα που δεν επιδέχεται βελτιώσεων. Ε, λοιπόν, δεν το έχουν γράψει. Επαγγελματισμός σημαίνει να μην πιάνεις ένα θέμα της μόδας και να αναφέρεσαι σε αυτό χωρίς να το έχεις παιδέψει, να το έχεις ψάξει από παντού, απλά και μόνο για να γράψεις γι’ αυτό. Τρανταχτό παράδειγμα τα πάρα πολλά βιβλία με πρόσφυγες που κυκλοφορούν, στα οποία οι πρόσφυγες είναι ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο, ένα key-word και δεν έχουν οργανικό ρόλο στην πλοκή. Επαγγελματισμός είναι η συγγραφική τόλμη, η γόνιμη επιρροή τάσεων του εξωτερικού, όχι ο μιμητισμός. Ευτυχώς, στην ελληνική αγορά, στους περισσότερους εκδοτικούς οίκους υπάρχουν αξιότατα στελέχη, με άψογο επαγγελματισμό, με τόλμη και ιδέες. Μένει στους συγγραφείς να τα εμπιστευτούν. Η υπερέκθεση στα σόσιαλ μίντια, το να γράφει κανείς ακατάπαυστα κείμενα τα οποία περιφέρει αυτούσια από τον έναν εκδοτικό οίκο στον άλλο, παρά τις αρνητικές απαντήσεις, επειδή θεωρεί πως πρέπει να εκδοθούν οπωσδήποτε, το να μην ξεφεύγει κάποιος από τα στεγανά και τις κατευθυντήριες γραμμές των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής, όλο αυτό δείχνει πως χρησιμοποιεί το παιδικό βιβλίο σαν «όχημα» προβολής κι όχι σαν μέσο έκφρασης ή δημιουργίας. Επίσης, αναφορικά με τις κριτικές, επαγγελματισμός είναι να μην γίνεται copy paste του οπισθόφυλλου.

Σχετικά με το σεβασμό, δεν είναι αυτοσκοπός να γίνονται επισκέψεις συγγραφέων σε σχολεία, αν οι μαθητές δεν έχουν διαβάσει κάτι. Αλλιώς γιατί να μην πήγαινε κι ένας βιολονίστας; Δεν δείχνουν σεβασμό τα συνεχή παρακάλια για διάθεση δωρεάν βιβλίων. Το βιβλίο δεν είναι ελεύθερο αγαθό, δεν είναι σαν τον αέρα. Δείχνει έλλειψη σεβασμού η φωτοτύπιση βιβλίων. Επίσης ότι τα κείμενα «πρέπει» να εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική θεματική, όλο αυτό το καπέλωμα δηλαδή από την εκπαίδευση. Έλλειψη σεβασμού είναι το να κάνεις μια επίσκεψη κάπου και να μην ξέρουν το όνομά σου, τι έχεις κάνει. Έλλειψη σεβασμού είναι η επιλογή βιβλίων με λέξεις κλειδιά.

Θα μπορούσα να πω πάρα πολλά, το θέμα είναι τεράστιο. Θεωρώ ότι έχουν γίνει πολύ μεγάλα βήματα προς τα εμπρός από τους περισσότερους εκδοτικούς: Φροντισμένες εκδόσεις, πολύ καλές εικονογραφήσεις, ωραία ποιότητα χαρτιού, πολύ καλές επιλογές ξένων βιβλίων, άψογες μεταφράσεις. Τα στελέχη των περισσότερων εκδοτικών προσωπικά τα σέβομαι, με αρκετά έχω και φιλική σχέση. Μένει αυτά τα πολύ καλά βήματα που προανέφερα να γίνουν συνείδηση και τρόπος δουλειάς σε όλους και το κυριότερο να αντιμετωπίζονται από το ευρύ κοινό με τον αντίστοιχο τρόπο.

Ποιες είναι οι γραμμές/κατευθύνσεις κοντά στις οποίες θα βαδίσουν οι εκδόσεις Καστανιώτη ως προς το παιδικό και εφηβικό βιβλίο;

Μας ενδιαφέρουν κείμενα με λοξή ματιά, όπως μου αρέσει να λέω. Κείμενα που δεν θα έχουν διδακτισμό, δεν θα έχουν χτιστεί δηλαδή αποκλειστικά και μόνο για να σηκώσουν το δάχτυλο. Το σύνθημα για εμάς είναι η απογείωση της φαντασίας και η χαρά. Θα σταθώ στο τελευταίο, γιατί υπάρχει μια τάση συναισθηματικού εκβιασμού σε πάρα πολλά κείμενα, απουσιάζει η χαρά, το χιούμορ. Γιατί να διαβάσει ένα παιδί μια «κλάψα» και να του αρέσει, είναι κάτι που ποτέ μου δεν κατάλαβα. Από πάρα πολλά βιβλία λείπει η χαρά της ζωής, σχεδόν καπελώνεται το κείμενο από την αφόρητη τάση του ενήλικα να διδάξει κάτι. Θα δώσουμε μεγάλο βάρος στην πρωτοτυπία των κειμένων, τόσο κειμενικά όσο και εικονογραφικά ή γραφιστικά. Θέλουμε τα βιβλία μας να διαβάζονται από πολλά παιδιά, να είναι κτήμα των πολλών με αισθητικά κριτήρια προς τα πάνω και όχι προς τον μέσο όρο.

Ποιες πρωτοβουλίες θα αναλαμβάνατε άμεσα για τη βελτίωση της θέσης του βιβλίου στην κοινωνία και την φιλαναγνωσία αν σας δινόταν μια τέτοια αρμοδιότητα από την πολιτεία;

Προφανώς η φιλαναγνωσία δεν είναι ένας διακόπτης on-off, που ξέρουμε ότι για να υπάρξει φως πρέπει να τον ανάψουμε. Προφανώς και δεν γίνονται πράγματα από τη μια μέρα στην άλλη, συνήθως χρειάζεται η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος για να δείξουν κάποια μέτρα πως αποδίδουν. Και εξυπακούεται ότι όλα είναι συνάρτηση των διαθέσιμων πόρων, σε προσωπικό και σε χρήματα. Θα προσπαθούσα λοιπόν να κάνω την ανάγνωση συνήθεια, ας θυμίσω εδώ πως τα Κλασικά Εικονογραφημένα ως ιδέα είχαν λανσαριστεί για να καλύψουν μια αναγνωστική πτώση της τότε εποχής και πέτυχαν ακριβώς γιατί δημιούργησαν αναγνωστική συνήθεια. Κακά τα ψέματα, το να διαβαστεί άπαξ ένα βιβλίο στην τάξη, δεν προσφέρει κάτι ιδιαίτερο. Οι περισσότεροι μαθητές θα θεωρήσουν πως είναι ένα πρότζεκτ, που με τη λήξη του δεν θα επαναληφθεί. Συνεπώς θα βασιζόμουν στη δύναμη της συνήθειας μέσω προγραμμάτων για κάθε τάξη, προγράμματα που θα έτρεχαν καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Και φυσικά θα διοργάνωνα σεμινάρια κατάρτισης για εκπαιδευτικούς και γονείς, δεν αρκούν πάντα οι καλές προθέσεις και ο ενθουσιασμός, χρειάζονται και διάφορα εργαλεία. Το αν πετύχαιναν αυτά τα μέτρα φυσικά θα κρινόταν στην πράξη και σε βάθος χρόνου.

Συνέντευξη στα Χανιώτικα Νέα - 15 Φεβρουαρίου 2020

«Αν αγγίξεις έστω κι ένα άτομο με τα βιβλία σου και το βοηθήσεις να βελτιώσει τη ζωή του, τότε μπορείς να πεις “κάτι κάνω”. Αυτές οι περιπτώσεις είναι για εμένα σαν παράσημα».

«Oι σημερινές γενιές των παιδιών διαβάζουν γραπτό λόγο περισσότερο από κάθε άλλη εποχή στο παρελθόν είτε πρόκειται για αναρτήσεις στο φέισμπουκ, το ίνσταγκραμ, το ίντερνετ κ.λπ. Δεν τα απωθεί, λοιπόν,
η ανάγνωση αλλά η στερεοτυπική προσέγγιση του βιβλίου από γονείς, εκπαιδευτικούς, συγγραφείς»

Ο βραβευμένος συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων Βασίλης Παπαθεοδώρου στην καθημερινή του επικοινωνία με τη νέα γενιά, είτε μέσα από τα βιβλία του είτε μέσα από επισκέψεις σε σχολεία, προτάσσει την ειλικρίνεια. «Έχει τα εργαλεία η λογοτεχνία να μιλήσει για οτιδήποτε. Τα όρια που μπαίνουν είναι αισθητικά και γλωσσικά», μου είπε όταν τον συνάντησα, λίγο πριν μιλήσει ως καλεσμένος σε μια εκδήλωση για εκπαιδευτικούς και γονείς στα Χανιά με θέμα το βιβλίο. Μια ειλικρίνεια που, όπως τόνισε, αποτελεί το καλύτερο “αντίδοτο” στον διδακτισμό που καιροφυλακτεί όταν κάποιος απευθύνεται σε παιδιά. Με την ίδια ειλικρίνεια απάντησε και στα δημοσιογραφικά ερωτήματα για τις “ταμπέλες” στη λογοτεχνία, την υποτίμηση της παιδικής λογοτεχνίας αλλά και τον βηματισμό που ψάχνει ακόμα να βρει το βιβλίο μέσα στην εποχή της εικόνας…

H διάκριση της λογοτεχνίας σε παιδική, εφηβική, για ενήλικες κ.λπ. έχει νόημα ή πιστεύεις ότι υπάρχει απλώς καλή και κακή λογοτεχνία;

Η καλή λογοτεχνία είναι για όλους. Μπορεί από ένα εικονογραφημένο βιβλίο ένας ενήλικας να βγάλει διδάγματα. Για παράδειγμα “Ο Μικρός Πρίγκιπας” υποτίθεται ότι είναι παιδικό ή “Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων”. Είναι όμως βιβλία δι-ηλικιακά. Από την άλλη οι συμβάσεις που λένε ότι το βιβλίο είναι για μέχρι 8 ετών ή για νέους κ.λπ., συμβάσεις με τις οποίες οποία διαφωνώ γιατί είναι περιοριστικές, είναι χρηστικές, βοηθάνε γονείς και εκπαιδευτικούς να πάρουν ή να προτείνουν βιβλία. Προσωπικά βλέπω τη λογοτεχνία ως μια σκάλα, όπου η παιδική λογοτεχνία είναι τα πρώτα σκαλιά που βάζει κάποιον στον χώρο του βιβλίου. Συνεπώς μιλάμε για κάτι ενιαίο, χωρίς να παραβλέπουμε τις διαβαθμίσεις που έχουν να κάνουν με την αντιληπτική ικανότητα του αναγνώστη ανάλογα με την ηλικία, τα ερεθίσματα που έχει κ.λπ.

Δυστυχώς κάποιοι αντιλαμβάνονται την παιδική – εφηβική λογοτεχνία ως κάτι υποδεέστερο…

Αυτό είναι κάτι που το βιώνουμε όλοι εμείς οι συγγραφείς της παιδικής – εφηβικής λογοτεχνίας έντονα. Θεωρούν δηλαδή ότι η παιδική λογοτεχνία είναι παρακατιανό είδος, αμφισβητούν ακόμα κι αν είναι λογοτεχνία. Είναι ένα στερεότυπο που τροφοδοτείται δυστυχώς κι από συγγραφείς ενήλικης λογοτεχνίας, οι οποίοι θεωρούν ότι η παιδική λογοτεχνία είναι παιδιάστικη, αλλά κι από τον Τύπο, πανελλαδικής εμβέλειας, που δεν βάζει στα ένθετα την παιδική λογοτεχνία μαζί με την ξένη, την ποίηση κ.λπ. Αυτή η προσέγγιση είναι λάθος γιατί δίνεις την εντύπωση στα παιδιά ότι πρόκειται για κάτι παιδιάστικο, μη σοβαρό. Κι αυτό για τα παιδιά και τους εφήβους το κάνει απωθητικό γιατί μέσα τους θέλουν να μεγαλώσουν.

Ζούμε στις μέρες της παντοδυναμίας της εικόνας. Ποιος είναι ο ρόλος του βιβλίου σ’ αυτή την εποχή;

Δεν πρέπει να βλέπουμε φοβικά τις νέες τεχνολογίες. Ο ρόλος τους είναι άλλος. Δεν έχει νόημα να λέμε πάρε το τάμπλετ από τα παιδιά, γιατί αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά θα κάτσουν να διαβάσουν. Αυτή είναι μια ενοχική προσέγγιση των μεγάλων που αισθάνονται ότι δεν βοήθησαν όσο πρέπει για να αγαπήσουν τα παιδιά το βιβλίο. Και στη δική μας τη γενιά υπήρχε τηλεόραση, αλλά όποιος ήθελε να διαβάσει διάβαζε. Από εκεί και πέρα, οι σημερινές γενιές των παιδιών διαβάζουν γραπτό λόγο περισσότερο από κάθε άλλη εποχή στο παρελθόν είτε πρόκειται για αναρτήσεις στο φέισμπουκ, το ίνσταγκραμ, το ίντερνετ κ.λπ. Δεν τα απωθεί, λοιπόν, η ανάγνωση αλλά η στερεοτυπική προσέγγιση του βιβλίου από γονείς, εκπαιδευτικούς, συγγραφείς. Δεν είναι ψυχαναγκασμός το βιβλίο και το παιδί δεν πρέπει να πειστεί ότι πρέπει να διαβάζει γιατί αυτό είναι κάτι καλό. Πρέπει να του αρέσει το βιβλίο για να διαβάσει, όχι να είναι καταναγκασμός. Να είναι ελκυστικό. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την εποχή το βιβλίο δεν έχει βρει ακόμα το βηματισμό του γιατί κυριαρχεί μια ηττοπάθεια. Μένει κάποιος κόσμος πεισματικά στο παρελθόν αρνούμενος το παρόν και την εξέλιξη, αρνούμενος το νέο περιβάλλον που πρέπει να προσαρμοστεί το βιβλίο.

Μια μεγάλη παγίδα στο παιδικό βιβλίο είναι ο διδακτισμός. Πώς αντιμετωπίζεται αυτό;

Ολα τα βιβλία είναι εξ’ ορισμού διδακτικά με την έννοια ότι μέσα από τους ήρωες οι αναγνώστες μαθαίνουν κάτι. Από την άλλη, τον διδακτισμό ενώ όλοι τον επικρίνουν οι περισσότεροι τον χρησιμοποιούν. Θεωρούν ότι πρέπει να βάλουν μέσα μηνύματα για να πουλήσουν σε σχολεία ή για να αξιοποιήσουν το βιβλίο τους οι εκπαιδευτικοί στην τάξη. Προσωπικά γράφω με συνέπεια αυτό που θέλω να πω. Μπορεί η ιστορία να έχει βία, σεξ, ναρκωτικά ή οτιδήποτε άλλο, όμως δεν σκέφτομαι ό,τι αυτό δεν είναι σωστό για τα παιδιά. Με νοιάζει να αρέσει το βιβλίο και πάνω από όλα με νοιάζει να αρέσει σε εμένα, να είναι κάτι που θα το έπαιρνα. Είναι λοιπόν εύκολο να αποφύγεις τον διδακτισμό, αρκεί να είσαι πηγαίος, ειλικρινής.

Σ’ αυτή την ειλικρίνεια υπάρχουν όρια; Μπορείς να μιλήσεις για βία και να είσαι ωμός όταν μιλάμε για παιδιά;

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα από αυτά που νομίζουμε ότι αντιλαμβάνονται και υπάρχει πάντα ο κατάλληλος τρόπος για να πεις κάτι. Μπορείς να μιλήσεις αλληγορικά, με συμβολισμούς. Έχει τα εργαλεία η λογοτεχνία να μιλήσει για το οτιδήποτε. Ειδικότερα, πάντως, για τους έφηβους που έχουν δει τα πάντα στην τηλεόραση και το ίντερνετ είναι υποκρισία να τους λες ότι δεν υπάρχουν βωμολοχίες, βία, κίνδυνοι στον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, τα όρια που μπαίνουν είναι αισθητικά και γλωσσικά. Υπό αυτή την έννοια είναι λάθος να χρησιμοποιούμε είτε βωμολοχίες είτε σκηνές βίας για λόγους εντυπωσιασμού. Πρέπει οι πρωταγωνιστές και οι περιστάσεις να πείθουν.

Η λογοτεχνία φτιάχνει καλύτερους πολίτες και ανθρώπους;

Ναι, το πιστεύω. Μέσα από την καλλιέργεια της αισθητικής και της ενσυναίσθησης καθώς ο αναγνώστης μπαίνει στο πετσί διαφορετικών χαρακτήρων, κάτι που τον κάνει πιο ανεκτικό ως άνθρωπο. Με αυτή την έννοια νομίζω ότι η λογοτεχνία λειαίνει τις “γωνίες” ενός ανθρώπου.

Συνέντευξη στην Άννα Κουππάνου Hartismag, τεύχος 12, Στήλη Γιαπωνέζικος κήπος - Δεκέμβριος 2019

Στο βι­βλίο Στη δια­πα­σών έχου­με έναν εν­δια­φέ­ρο­ντα πρω­τα­γω­νι­στή (βί­αιο, μπλεγ­μέ­νο –όπως λέ­ει και ο ίδιος σε κά­ποιο ση­μείο– με τις δι­κές του ευαι­σθη­σί­ες και αδιέ­ξο­δα) που αφη­γεί­ται την ιστο­ρία του. Πα­ρά το γε­γο­νός όμως ότι ακού­με τις σκέ­ψεις του ο αφη­γη­μα­τι­κός χρό­νος ορ­γα­νώ­νε­ται έτσι που να μας εκ­πλήσ­σει. Αντί­θε­τα, στο βι­βλίο Τη νύ­χτα που έσβη­σαν τ’ αστέ­ρια έχου­με πολ­λές αφη­γη­μα­τι­κές φω­νές που συ­νει­σφέ­ρουν στην απο­κά­λυ­ψη του δι­κού τους αλ­λά και ενός άλ­λου χα­ρα­κτή­ρα, αυ­τού της Λέ­νας, και φυ­σι­κά του ιστο­ρι­κού του δρά­μα­τος που δια­βά­ζου­με. Πώς ορ­γα­νώ­θη­κε αυ­τό το βι­βλίο, πώς επι­λέ­χθη­καν τα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα και η λει­τουρ­γία τους τό­σο στην αφή­γη­ση όσο και στη ζωή της Λέ­νας; Πώς ήταν δια­φο­ρε­τι­κές οι δύο συγ­γρα­φι­κές πο­ρεί­ες;

Κά­θε εφη­βι­κό ή νε­α­νι­κό βι­βλίο που γρά­φω, το θε­ω­ρώ ως πρό­κλη­ση, ως κά­λε­σμα να κά­νω κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό. Η Δια­πα­σών λοι­πόν ήταν το πρώ­το μου κεί­με­νο γι’ αυ­τές τις ηλι­κί­ες, που εί­ναι γραμ­μέ­νο σε πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση, ενώ η Νύ­χτα εί­ναι γραμ­μέ­νη πο­λυ­πρι­σμα­τι­κά. Και στα δύο όμως η πλο­κή ξε­τυ­λί­γε­ται κυ­ρί­ως γραμ­μι­κά στο πα­ρόν, ενώ πα­ράλ­λη­λα υπάρ­χουν αρ­κε­τές πα­ρελ­θο­ντι­κές ανα­δρο­μές και στα δύο, για να δού­με κά­ποια στοι­χεία ή πε­ρι­στα­τι­κά που δια­μόρ­φω­σαν το χα­ρα­κτή­ρα και τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ηρώ­ων. Τα πρό­σω­πα στη Νύ­χτα, η επι­λο­γή τους μάλ­λον, έχουν αρ­κε­τό εν­δια­φέ­ρον ως πώς την επι­λο­γή τους. Δεν μπο­ρού­σα να επι­λέ­ξω τη μη­τέ­ρα ή τον πα­τέ­ρα, ο πό­νος του να χά­νεις παι­δί δε συ­γκρί­νε­ται και η προ­σπά­θεια να με­τα­φέ­ρεις αυ­τόν τον πό­νο και τις σκέ­ψεις των γο­νιών στο κεί­με­νο, κρύ­βει τον κίν­δυ­νο να κα­τα­λή­ξει τε­λι­κά αυ­τό με­λό, πα­ρα­φορ­τω­μέ­νο ή αφε­λές. Έτσι επι­λέ­γω εν­νέα δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα, έχο­ντας προ­σέ­ξει την αριθ­μη­τι­κή ισορ­ρο­πία με­τα­ξύ αντρών και γυ­ναι­κών, ανη­λί­κων και ενη­λί­κων. Αυ­τό ήταν η πρώ­τη δυ­σκο­λία. Με­τά έπρε­πε ο κα­θέ­νας από αυ­τά τα πρό­σω­πα να συμ­βο­λί­ζει κά­τι, αι­σθη­μα­τι­κή ζωή, σχέ­σεις εξου­σί­ας, προ­δο­σία, ζή­λεια, αντα­γω­νι­σμό. Πά­νω απ’ όλα όμως ήθε­λα όλα τα πρό­σω­πα στο βι­βλίο να ευ­θύ­νο­νται και να μην ευ­θύ­νο­νται συ­νά­μα, έτσι ώστε ο ανα­γνώ­στης να μπει στην κα­τά­στα­ση του «what if…», τι θα γι­νό­ταν δη­λα­δή εάν ένα πε­ρι­στα­τι­κό δεν εί­χε συμ­βεί. Προ­σπά­θη­σα σε αυ­τό το κα­τ’ εξο­χήν φε­μι­νι­στι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα να ανα­τρέ­ψω κά­ποια στε­ρε­ό­τυ­πα. Η αστυ­νο­μι­κός δεν εί­ναι άλ­λος ένας άκαρ­δος μπά­τσος, η κα­θη­γή­τρια δεν βλέ­πει όλους τους μα­θη­τές ως ίσους, το δί­πο­λο ρα­τσι­στές-αντι­ρα­τσι­στές δεν πε­ρι­μέ­νει καν την έκ­βα­ση των ερευ­νών για να εκ­δη­λω­θεί, η ίδια η Λέ­να δεν εί­ναι αγία. Ο πιο με­γά­λος συ­ντη­ρη­τι­σμός στα ελ­λη­νι­κά νε­α­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα εί­ναι ακρι­βώς αυ­τά τα κου­τά­κια που βά­ζου­με τον κα­θέ­να βά­σει ιδιό­τη­τας ή εθνι­κό­τη­τας και όχι βά­σει συ­μπε­ρι­φο­ράς. Ο ομο­φυ­λό­φι­λος μα­θη­τής εί­ναι μο­χθη­ρός στην αρ­χή. Για­τί; Για­τί έτσι, αυ­τός εί­ναι ο χα­ρα­κτή­ρας του. Η μη­τέ­ρα εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά τη Λέ­να, για­τί έχει το πε­ρι­θώ­ριο και την άνε­ση ή για­τί συ­νή­θι­σε να κά­νει αυ­τό το πράγ­μα. Κά­θε ένας από τους ήρω­ες κρύ­βει το κα­λό και το κα­κό μέ­σα του και ανά­λο­γα με τις πε­ρι­στά­σεις το εμ­φα­νί­ζει ή το πα­ρα­χώ­νει, εί­ναι πο­λύ κο­ντό­φθαλ­μο και λά­θος να τους δια­χω­ρί­ζου­με αυ­θαί­ρε­τα, βά­σει ιδιο­τή­των ή στε­ρε­ο­τύ­πων και όχι βά­σει συ­μπε­ρι­φο­ράς. Ο κα­θέ­νας φω­τί­ζει και μια δια­φο­ρε­τι­κή πλευ­ρά της Λέ­νας, την πλευ­ρά που εκεί­νος θέ­λει να δει, όχι βλέ­πει, αλ­λά θέ­λει να δει, ανά­λο­γα με τις πε­ρι­στά­σεις και τις ανά­γκες του. Αυ­τό εί­ναι και ένα δεύ­τε­ρο κοι­νό ση­μείο με τη Δια­πα­σών, μό­νο που στη Νύ­χτα εί­ναι πιο έκ­δη­λο. Θε­ω­ρώ πως εί­ναι ένα κά­λε­σμα στον ανα­γνώ­στη να προ­σπα­θή­σει να δια­μορ­φώ­σει τη δι­κή του άπο­ψη από όλα αυ­τά τα αντι­κρουό­με­να που δια­βά­ζει. Επί­σης να μπει και ο ίδιος στη δια­δι­κα­σία συ­μπά­θειας ή αντι­πά­θειας και την αντι­πα­ρα­βο­λή τους με διά­φο­ρα τρα­γι­κά γε­γο­νό­τα που συμ­βαί­νουν στους ήρω­ες. Κοι­νώς το ηθι­κό δί­λημ­μα να με­τα­φερ­θεί από τις σε­λί­δες του βι­βλί­ου στους ανα­γνώ­στες.

Σε πολ­λά βι­βλία σας, όπως στη σει­ρά «Απρό­σμε­νοι φί­λοι», στο βι­βλίο, Ο Καρλ, ο Φριτς και το αυ­γό της ευ­τυ­χί­ας, αλ­λά και σε πολ­λά άλ­λα, υπάρ­χει ανα­φο­ρά σε πραγ­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις και ιστο­ρί­ες. Συ­νή­θως στα βι­βλία ανα­φέ­ρε­ται αυ­τό το πραγ­μα­τι­κό γε­γο­νός ή πλαί­σιο με το οποίο κα­τά κά­ποιο τρό­πο συν­δέ­ε­ται η ιστο­ρία. Τι σας συ­γκι­νεί σε αυ­τές τις ιστο­ρί­ες όταν τις συ­να­ντά­τε; Πώς γί­νε­ται το έναυ­σμα και πώς οι δι­κές σας ιστο­ρί­ες δια­μορ­φώ­νο­νται μυ­θο­πλα­στι­κά; Υπάρ­χουν τέ­τοιες ιστο­ρί­ες που σας συ­γκί­νη­σαν, αλ­λά δεν έγι­ναν τε­λι­κά βι­βλία;

Δεν μπο­ρώ να απα­ντή­σω τι με συ­γκι­νεί σε αυ­τές τις ιστο­ρί­ες, κά­θε μία έχει τη δι­κιά της δυ­να­μι­κή. Θε­ω­ρώ πως για τις ηλι­κί­ες που απευ­θύ­νο­νται και για το εί­δος της φόρ­μας που εί­ναι γραμ­μέ­νες (μι­κρή και με­σαία φόρ­μα) εί­ναι αρ­κε­τά ελ­κυ­στι­κές στα παι­διά. Πά­ντα όμως αυ­τού του εί­δους οι ιστο­ρί­ες έχουν μια με­γά­λη δυ­σκο­λία, δεν ξέ­ρεις αν πρέ­πει να μεί­νεις πι­στός στο πραγ­μα­τι­κό γε­γο­νός ή αν πρέ­πει να το εξε­λί­ξεις και μέ­χρι ποιον βαθ­μό. Εί­ναι μια σύμ­βα­ση που πρέ­πει να κά­νεις με τον εαυ­τό σου, ποια συγ­γρα­φι­κή γραμ­μή θα ακο­λου­θή­σεις. Αν εί­ναι να θυ­μη­θώ μια ιστο­ρία που όχι απλά με εί­χε συ­γκι­νή­σει, αλ­λά με εί­χε μάλ­λον συ­ντα­ρά­ξει και την έκα­να βι­βλίο, για να αντι­στρέ­ψω την ερώ­τη­ση, αυ­τή εί­ναι το Ναι, Βιρ­τζί­νια, υπάρ­χει Άγιος Βα­σί­λης. Όταν πή­γαι­να Πέμ­πτη και Έκτη Δη­μο­τι­κού έπρε­πε να μεί­νω στην Αθή­να, με τον παπ­πού και τη για­γιά, για να δώ­σω κά­ποιες εξε­τά­σεις, ενώ οι γο­νείς μου εί­χαν πά­ρει με­τά­θε­ση για τη Ρό­δο. Τους έβλε­πα μα­ζί μό­νο σε πε­ριό­δους σχο­λι­κών δια­κο­πών. Την πρώ­τη χρο­νιά λοι­πόν που έκα­να Χρι­στού­γεν­να στη Ρό­δο, εί­δα στην ασπρό­μαυ­ρη τη­λε­ό­ρα­ση το «Ναι, Βιρ­τζί­νια» σε κι­νού­με­να σχέ­δια. Μα­γεύ­τη­κα και εί­πα τό­τε στον εαυ­τό μου «πό­σο θα ’θε­λα να εί­χα πει εγώ αυ­τή την ιστο­ρία». Πέ­ρα­σαν 35 χρό­νια και την έγρα­ψα, ενώ κά­θε χρό­νο, κά­θε Χρι­στού­γεν­να από το 1977 μέ­χρι το 2012, σκε­φτό­μουν αυ­τή τη λα­χτά­ρα που εί­χα νιώ­σει σαν παι­δί. Κά­θε χρό­νο από το 1977 μέ­χρι το 2012 με ζέ­σται­νε αυ­τή η παι­δι­κή έκ­πλη­ξη που εί­χα νιώ­σει τό­τε. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά θα έλε­γα πως και η σει­ρά «Απρό­σμε­νοι φί­λοι» εί­ναι εμπνευ­σμέ­νη από τις αλη­θι­νές ιστο­ρί­ες σκύ­λων που βρί­σκο­νταν στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα κά­θε τεύ­χους των Κλα­σι­κών Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νων τη δε­κα­ε­τία του ’70. Για να ξα­να­γυ­ρί­σω λοι­πόν στην αρ­χι­κή ερώ­τη­ση, δεν εί­ναι πά­ντα ανά­γκη να σε συ­γκι­νεί η ίδια η ιστο­ρία, μπο­ρεί ορι­σμέ­νες φο­ρές να συμ­βο­λί­ζει ή να εκ­φρά­ζει κά­τι για σέ­να, ανε­ξάρ­τη­τα από την πλο­κή της. Και για μέ­να όλες αυ­τές οι ιστο­ρί­ες εί­ναι επι­στρο­φή στην παι­δι­κή ηλι­κία κα­τά κά­ποιον τρό­πο.

Εσείς πώς βιώ­νε­τε δια­φο­ρε­τι­κά τη συγ­γρα­φή ενός εφη­βι­κού και ενός παι­δι­κού βι­βλί­ου; Σε πολ­λά βι­βλία σας οι έφη­βοι ήρω­ες ή οι ενή­λι­κες εί­ναι σκλη­ροί, όπως στο βι­βλίο Τη νύ­χτα που έσβη­σαν τ’ αστέ­ρια – κά­ποιοι άλ­λοι, κα­θώς λέ­νε, νιώ­θουν λί­γοι. Πώς εμπλέ­κε­στε συ­ναι­σθη­μα­τι­κά και πώς κα­τοι­κεί­τε, αν κα­τοι­κεί­τε αυ­τούς τους ήρω­ες, ώστε να τους δώ­σε­τε μορ­φή; Υπάρ­χουν ήρω­ες έφη­βοι άλ­λων βι­βλί­ων που σας συ­γκί­νη­σαν ή πι­θα­νόν να σας συ­γκι­νούν ακό­μα;

Στα νε­α­νι­κά βι­βλία μου νιώ­θω πιο απε­λευ­θε­ρω­μέ­νος, αν μπο­ρώ να πω κά­τι τέ­τοιο. Εκ­φρά­ζο­μαι πιο ελεύ­θε­ρα. Η δο­μή και η πλο­κή εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κές, το λε­ξι­λό­γιο πιο κα­θη­με­ρι­νό, δεν μπαί­νω στη δια­δι­κα­σία να σκε­φτώ αν κά­ποια λέ­ξη εί­ναι κα­τα­νοη­τή. Επί­σης στοι­χεία από μέ­να μπαί­νουν στους ήρω­ες του βι­βλί­ου, σκέ­ψεις μου, συ­ναι­σθή­μα­τά μου. Φα­ντά­ζο­μαι όμως πως αυ­τό συμ­βαί­νει σε όλους τους συγ­γρα­φείς, κά­ποια κομ­μά­τια τους τα συ­να­ντά­με στον κε­ντρι­κό ήρωα, κά­ποια άλ­λα διά­σπαρ­τα στους υπό­λοι­πους δευ­τε­ρα­γω­νι­στές. Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι όμως το αρ­νη­τι­κό του συγ­γρα­φέα −όπως το αρ­νη­τι­κό μιας φω­το­γρα­φί­ας− που βρί­σκου­με σε αρ­κε­τά πρό­σω­πα του βι­βλί­ου. Αυ­τό το «πο­τέ δεν ήμουν πα­ρα­βα­τι­κός, πο­τέ δεν εί­χα μια έκρη­ξη, ας δω πως εί­ναι, γρά­φο­ντας γι­’αυ­τό». Συ­νε­πώς θραύ­σμα­τα των σκέ­ψε­ων μου ή του χα­ρα­κτή­ρα μου βρί­σκο­νται πα­ντού, εί­τε ως γνω­ρί­σμα­τά μου εί­τε ως στοι­χεία που δεν έχω. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά θα έλε­γα πως η με­γά­λη φόρ­μα μου ται­ριά­ζει, την αγα­πώ πιο πο­λύ, θε­ω­ρώ πως γρά­φω πο­λύ πιο εύ­κο­λα ένα μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά ένα βι­βλίο με συ­γκε­κρι­μέ­νο αριθ­μό λέ­ξε­ων.

Κρί­νο­ντας από τη συγ­γρα­φι­κή σας πο­ρεία, αλ­λά και από τις συ­να­ντή­σεις σας με εφή­βους σε σχο­λεία, πώς έχουν αλ­λά­ξει, αν κα­θό­λου, οι φω­νές των εφή­βων από τό­τε που ξε­κι­νή­σα­τε να τις ακού­τε μέ­χρι και σή­με­ρα; Εσάς τι σας λέ­νε φω­νές όπως της Γκρέ­τα Τούν­μπεργκ;

Κά­ποια πράγ­μα­τα εί­ναι και θα εί­ναι κοι­νά σε όλους τους έφη­βους: Ο προ­βλη­μα­τι­σμός για τις σχέ­σεις, το μέλ­λον, οι επι­θυ­μί­ες και οι πει­ρα­μα­τι­σμοί. Προ­φα­νώς το ίντερ­νετ και τα σό­σιαλ μί­ντια έχουν αλ­λά­ξει πολ­λά πράγ­μα­τα στους ση­με­ρι­νούς έφη­βους και νέ­ους, όπως την πρό­σλη­ψη της πλη­ρο­φο­ρί­ας, που εί­ναι απεί­ρως πιο επι­δερ­μι­κή και επι­φα­νεια­κή απ’ ότι πα­λιό­τε­ρα. Και αυ­τό το θε­ω­ρώ φυ­σιο­λο­γι­κό, αν και εντε­λώς λαν­θα­σμέ­νο, για­τί πα­λιά αν θέ­λα­με να ανα­τρέ­ξου­με κά­που για να αντλή­σου­με μια πλη­ρο­φο­ρία, ψά­χνα­με στην εγκυ­κλο­παί­δεια και φιλ­τρά­ρα­με τον όγκο των πλη­ρο­φο­ριών. Έτσι μα­θαί­να­με και κά­ποια πράγ­μα­τα πα­ρε­μπι­πτό­ντως. Σή­με­ρα οι νέ­οι κι­νού­νται με άλ­λες τα­χύ­τη­τες, πο­λύ με­γά­λες και όμως μέ­νουν πί­σω από πλευ­ράς γνώ­σης. Πολ­λή πλη­ρο­φο­ρία, πολ­λή σα­βού­ρα, ελά­χι­στη γνώ­ση. Στις βα­σι­κές τους όμως αρ­χές εί­ναι όπως ήμα­σταν κι εμείς σε αυ­τή την ηλι­κία, εν­νοώ στον πυ­ρή­να της ύπαρ­ξής τους. Για την Τούν­μπεργκ, για το φαι­νό­με­νο Τούν­μπεργκ κα­λύ­τε­ρα, έχω μια άπο­ψη που συ­νε­χί­ζει να δια­μορ­φώ­νε­ται. Βα­σι­κά κρα­τώ μια αμ­φι­θυ­μία, προ­σπα­θώ­ντας να δια­χω­ρί­σω τον σκο­πό από την πλη­θώ­ρα των αντι­δρά­σε­ων, θε­τι­κών ή αρ­νη­τι­κών, οι οποί­ες εί­ναι εντε­λώς απο­προ­σα­να­το­λι­στι­κές. Σί­γου­ρα έφε­ρε προ­βλη­μα­τι­σμό, σί­γου­ρα έφε­ρε στο προ­σκή­νιο ένα φλέ­γον ζή­τη­μα. Αυ­τό εί­ναι το ση­μα­ντι­κό. Θα γί­νει κά­τι; Πι­στεύω πως χρειά­ζε­ται με­γα­λύ­τε­ρη υπευ­θυ­νό­τη­τα στις αντι­δρά­σεις μας, αυ­τό ακρι­βώς εί­ναι και το στοι­χείο που προ­σπα­θώ να βά­ζω στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά μου, την έν­νοια της ευ­θύ­νης. Εί­τε ανα­φέ­ρο­μαι στο βια­σμό, εί­τε στο μπού­λινγκ, αυ­τά τα φαι­νό­με­να δεν δη­μιουρ­γού­νται από μό­να τους, κά­ποιοι κά­νουν κά­τι. Έτσι θέ­λω να βά­ζω εφή­βους και νέ­ους ως ήρω­ες που να παι­δεύ­ο­νται με τις επι­λο­γές τους, να τυ­ραν­νιού­νται, να την πλη­ρώ­νουν κά­ποιες φο­ρές. Αυ­τά τα στοι­χεία εί­ναι εκ των ων ουκ άνευ στο νε­α­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, στο εφη­βι­κό τα πράγ­μα­τα ενί­ο­τε μπο­ρούν να εί­ναι και λί­γο πιο αθώα, πιο ξέ­γνοια­στα. Εντύ­πω­ση πά­ντως μου προ­ξε­νεί το γε­γο­νός, ότι σχε­δόν το 95% των μα­θη­τών (έχω ρω­τή­σει σε τά­ξεις) προ­τι­μούν ένα κα­κό τέ­λος στη Νύ­χτα που έσβη­σαν τ’ αστέ­ρια, ένα­ντι ενός χά­πι εντ. Έχουν βα­ρε­θεί να τους πα­ρου­σιά­ζο­νται όλα τα στοι­χεία με μια αι­σιό­δο­ξη πα­τί­να, θέ­λουν να παι­δευ­τούν με τους ήρω­ες. Αυ­τό εί­ναι κά­τι που το λαμ­βά­νω στα σο­βα­ρά.

Στα βι­βλία σας πα­ρου­σιά­ζε­τε πρό­σω­πα στην εφη­βι­κή ηλι­κία σε κα­τά­στα­ση κρί­σης, έκτα­κτης ανά­γκης, που υπο­φέ­ρουν, αλ­λά και που αυ­τός τους ο πό­νος περ­νά συ­χνά απα­ρα­τή­ρη­τος από το πε­ρι­βάλ­λον τους. Εί­ναι λες και βρί­σκο­νται στον αυ­τό­μα­το αλ­λά το ίδιο και ο κό­σμος γύ­ρω τους. Εί­ναι αυ­τή μια κα­τά­στα­ση που βιώ­νουν και ενή­λι­κες; Τι κά­νει την πε­ρί­πτω­ση των εφή­βων δια­φο­ρε­τι­κή και συγ­γρα­φι­κά εν­δια­φέ­ρου­σα για σας; Υπάρ­χει δια­φο­ρά στον τρό­πο που αντι­δρούν οι έφη­βοι και οι ενή­λι­κες σας ανα­γνώ­στες σε αυ­τά τα πρό­σω­πα;

Οι έφη­βοι εί­ναι συγ­γρα­φι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντες για μέ­να για­τί μέ­σω αυ­τών ξα­να­ζώ μια εφη­βι­κή ηλι­κία με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Δεν εί­χα εξάρ­σεις, ήμουν πο­λύ κα­λός μα­θη­τής, αλ­λά κά­πως επί­πε­δος σαν χα­ρα­κτή­ρας. Συ­νε­πώς το εφη­βι­κό και νε­α­νι­κό βι­βλίο για μέ­να εί­ναι κά­τι σαν ψυ­χο­θε­ρα­πεία, σαν αντί­δρα­ση, σαν από­δρα­ση, σαν μια «επα­νά­στα­ση» που δεν έγι­νε. Οι ενή­λι­κες σο­κά­ρο­νται αρ­κε­τές φο­ρές από το λε­ξι­λό­γιο και τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των έφη­βων ηρώ­ων μου, οι νέ­οι από την άλ­λη κα­θό­λου. Δε με εν­δια­φέ­ρουν οι αντι­δρά­σεις των ενη­λί­κων, εί­τε εί­ναι θε­τι­κές εί­τε αρ­νη­τι­κές, δεν εί­ναι αυ­τοί το ανα­γνω­στι­κό κοι­νό, στο οποίο απευ­θύ­νο­μαι. Μέ­σα από τα βι­βλία μου προ­σπα­θώ να πε­ρά­σω το αντί­θε­το της κα­τά­στα­σης «αυ­τό­μα­τος πι­λό­τος», δη­λα­δή να δεί­ξω πως υπάρ­χουν πε­ρι­θώ­ρια αντί­δρα­σης, τρό­ποι ελιγ­μών, ξύ­πνη­μα από τη νάρ­κη. Πι­στεύω στην ατο­μι­κή ευ­θύ­νη και αυ­τό εί­ναι ένα στοι­χείο που προ­σπα­θώ να εντά­ξω σε όλα τα νε­α­νι­κά μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τα.

Η πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της εφη­βι­κής και της young adult λο­γο­τε­χνί­ας; Για­τί νο­μί­ζε­τε εί­ναι επι­τυ­χη­μέ­νο αυ­τό το πά­ντρε­μα; Μπο­ρεί­τε να φα­ντα­στεί­τε βι­βλία σας που έχουν γρα­φτεί σε πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση να λέ­γο­νται δια­φο­ρε­τι­κά;

Με την πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση μπο­ρεί να ακού­σει ο έφη­βος τις σκέ­ψεις του πρω­τα­γω­νι­στή αφιλ­τρά­ρι­στες. Εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό για τον νε­α­ρό ανα­γνώ­στη να δει ότι δεν σκέ­φτε­ται πα­ρά­ξε­να, πε­ρί­ερ­γα, δεν εί­ναι freak, αλ­λά όλες αυ­τές οι σκέ­ψεις ή του­λά­χι­στον αρ­κε­τές από αυ­τές εί­ναι κοι­νές σε όλους σχε­δόν τους εφή­βους, ιδί­ως οι μαύ­ρες σκέ­ψεις. Η πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση εί­ναι λοι­πόν ένα εξαι­ρε­τι­κά χρή­σι­μο ερ­γα­λείο για να εκ­φρά­σεις όλη αυ­τή την γκά­μα των αντί­θε­των και αντι­κρουό­με­νων πολ­λές φο­ρές σκέ­ψε­ων και συ­ναι­σθη­μά­των. Προ­σω­πι­κά με διευ­κο­λύ­νει αφά­ντα­στα αυ­τού του εί­δους η αφή­γη­ση, για­τί κι εγώ γρά­φω εντε­λώς αυ­θόρ­μη­τα και αφιλ­τρά­ρι­στα τις σκέ­ψεις του ήρωα, όσο κα­κές και να εί­ναι αυ­τές. Ει­δι­κά αυ­τή την πε­ρί­ο­δο που υπάρ­χει μια υστε­ρία με την πο­λι­τι­κή ορ­θό­τη­τα και ανα­ρω­τιέ­ται κά­ποιος ή δι­στά­ζει να πει ακό­μα και απλές, απλού­στα­τες λέ­ξεις μην τυ­χόν και πα­ρε­ξη­γη­θεί, έρ­χε­ται η πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση να πει πως δεν εί­ναι κα­κό να γί­νο­νται κά­ποιες σκέ­ψεις, δεν υπάρ­χει λο­γο­κρι­σία σε αυ­τές. Το κα­κό εί­ναι οι όποιες «κα­κές» σκέ­ψεις να με­του­σιω­θούν σε κα­κές ή μι­σαλ­λό­δο­ξες πρά­ξεις. Εκεί έρ­χε­ται η έν­νοια της προ­σω­πι­κής ευ­θύ­νης. Προ­φα­νώς όλα τα βι­βλία θα μπο­ρού­σαν να εί­χαν γρα­φτεί και σε τρι­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση, η οποία προ­σφέ­ρει κα­λύ­τε­ρη επο­πτεία όλων των προ­σώ­πων του βι­βλί­ου, αυ­τό εί­ναι μια συγ­γρα­φι­κή σύμ­βα­ση που γί­νε­ται πριν αρ­χί­σει το γρά­ψι­μο, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει πως υπάρ­χει σω­στό και λά­θος σε αυ­τήν.

Πού γρά­φε­τε και πό­τε; Εί­ναι αδιά­λη­πτη δια­δι­κα­σία; Πώς αντι­με­τω­πί­ζε­τε τη δεύ­τε­ρη ή τρί­τη γρα­φή; Πώς τη δια­δι­κα­σία επι­μέ­λειας του βι­βλί­ου; Και πώς αυ­τό έχει αλ­λά­ξει, αν έχει, με την πά­ρο­δο των χρό­νων;

Έχω σπου­δά­σει μη­χα­νι­κός. Αν και δεν εξά­σκη­σα πο­τέ το επάγ­γελ­μα, ο τρό­πος σκέ­ψης μου και ο τρό­πος ερ­γα­σί­ας, σύν­θε­σης ενός βι­βλί­ου εί­ναι ξε­κά­θα­ρα τε­χνο­κρα­τι­κός. Πριν αρ­χί­σω πρέ­πει να ξέ­ρω την αρ­χή, τη μέ­ση, το τέ­λος, τους κυ­ριό­τε­ρους ήρω­ες (πρω­τα­γω­νι­στή και δευ­τε­ρα­γω­νι­στές), όσο πιο πολ­λά μπο­ρώ. Πο­τέ δεν έχω αρ­χί­σει κά­τι κι όπου με πά­ει, ίσα-ίσα ξέ­ρω συ­γκε­κρι­μέ­να πού θέ­λω να το πάω εγώ. Θέ­λω να πω μια συ­γκε­κρι­μέ­νη ιστο­ρία κι όχι να μι­λή­σω για ένα θέ­μα (π.χ. εν­δο­οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις) ενώ η ιστο­ρία θα εί­ναι προ­σχη­μα­τι­κή. Κοι­νώς, μέ­σω της ιστο­ρί­ας μου προ­σπα­θώ να ανα­δεί­ξω κά­ποια πράγ­μα­τα κι όχι να ντύ­σω μια συ­γκε­κρι­μέ­νη θε­μα­τι­κή με ιστο­ρία. Ως εκ τού­του, τα βι­βλία τα δου­λεύω πολ­λούς μή­νες στο μυα­λό μου, κομ­μά­τι-κομ­μά­τι συ­μπλη­ρώ­νω το παζλ της αφή­γη­σης. Σε κά­ποιες δε ιστο­ρί­ες έχω σκα­λώ­σει πολ­λά χρό­νια, δεν μπο­ρώ να τις προ­χω­ρή­σω, επει­δή δεν έχει δέ­σει η υπό­θε­ση. Συ­νε­πώς, και ξέ­ρω πώς θα φα­νεί αυ­τό, αλ­λά πα­ρό­λα αυ­τά εί­ναι αλή­θεια, δεν έχω δεύ­τε­ρη και τρί­τη γρα­φή. Τα γρά­φω και τα πα­ρα­δί­νω, ακρι­βώς επει­δή θέ­λω να πω κά­τι πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο. Εν­νο­εί­ται πως κά­νω διορ­θώ­σεις, πε­ριο­ρι­σμέ­νης όμως έκτα­σης και κυ­ρί­ως λε­κτι­κές διορ­θώ­σεις. Με­τά, στην επι­μέ­λεια εί­μαι πο­λύ δε­κτι­κός στις διορ­θώ­σεις που θα γί­νουν. Δε γρά­φω κά­θε μέ­ρα, δε γρά­φω όλο το χρό­νο. Απε­να­ντί­ας προ­γραμ­μα­τί­ζω τον εαυ­τό μου για την τε­λι­κή ευ­θεία που θα στρω­θώ και θα γρά­ψω, επι­λέ­γω τα πρό­σω­πα, βρί­σκω την αρ­χή του βι­βλί­ου, έτσι ώστε να αρ­χί­σω το κεί­με­νο σε συ­γκε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο, λ.χ. το κα­λο­καί­ρι, στις δια­κο­πές. Γρά­φω κυ­ρί­ως στο Πή­λιο, στο εξο­χι­κό που έχω σε ένα χω­ριό ή στο γρα­φείο μου στην Αθή­να. Αυ­τό βέ­βαια δεν εί­ναι πε­ριο­ρι­στι­κό, αρ­κεί να υπάρ­χει μια άνε­ση χώ­ρου και χρό­νου. Ξέ­ρω, ότι αυ­τά που πε­ρι­γρά­φω πα­ρα­πά­νω μπο­ρεί να ακού­γο­νται ψυ­χα­να­γκα­στι­κά σε κά­ποιους, εγώ όμως θα τα ονό­μα­ζα προ­γραμ­μα­τι­σμό.

Διοργάνωση: Arte, Goethe Institut - 17 Οκτωβρίου 2019

Der Protagonist in deinem Buch „Volle Lautstärke" ist ein musikliebender Junge, der Gewalt liebt und sich mit rassistischen Gruppierungen anfreundet. Die Anspielung auf die griechische faschistische Organisation „Goldene Morgenröte" ist offensichtlich. Glaubst du, dass solche Gruppierungen während der finanziellen Krise in den griechischen Schulen Fuß gefasst haben? Und wie können Bücher wie „Volle Lautstärke" zur Aufklärung der heutigen Jugend dienen? Wie geht man mit der faschistischen Vergangenheit in Zeiten zunehmender Nationalismen literarisch um?

Als Allererstes moechte ich mich bei Goethe Institut, ARTE und Frau Gerecke fuer die Einladung bedanken. Es ist eine grosse Ehre fuer mich an einer Veranstaltung der Frankfurter Messe teilzunehmen und vor einem deutschen Publikum zu sprechen. Es ist auch eine sehr grosse EHR-FURCHT fuer mich an einer Veranstaltung der Frankfurter Messe teilzunehmen und vor einem deutschen Publikum zu sprechen, da ich seit ungefaehr 20 Jahren kein deutsches Wort gesprochen habe. Und, da wir ueber den Widerstand sprechen, muss ich sagen, dass mein heutiges Dasein einen Sieg über meinen eigenen inneren Widerstand darstellt.

Jetzt, auf die Frage: Die Organisation „Goldene Morgenröte" hat sich nicht waehrend der Krise gegruendet; gewachsen ja, aber sie befand sich seit Jahrzehnten am Rand der Gesellschaft, keiner beschaeftigte sich damit, alle glaubten dass es sich um eine Gruppe von halbverrueckten handle. Sie waren und sind gefaehrlich, besonders fuer die Jugendlichen und die Auslaender. In einer Gesellschaft, Griechenland in der Krise, wo man gleichzeitig Sozialist und Chauvinist, religioes und revolutionaer, konservativ und istagram influencer sein koennte, fand diese Gruppe einen sehr fruchtbaren Boden um sich auszubreiten.In einem Land, das sehr schnell –waehrend der Krise, eine Gewaltkultur entwickelt hat und in dem eine Art Populismus als Mentalitaet seit Jahrzehnten herrschte, nein, besser seit Jahrtausenden, seit der griechischen Antike, trat die “Goldene Morgenroete” ins Parlament ein. Das war ein Schock natuerlich, aber der groesste Schock war, wie schnell sehr viele die ganze Situation als eine Normalitaet akzeptierten. Ich erinnere mich an ein Ereignis, das vor ungefaehr 15 Jahren stattfand und das von ganz wenigen wahrgenommen wurde. Eines Tages hatte eine Gruppe von 15-jaehrigen die Handy eines anderen Jungen gestohlen. Mit einem Taschenmesser haben sie dem Jungen ein Hackenkreuz an die Stirn geritzt. Leider hatte damals dieses Geschehen fast keine Bedeutung fuer die Gesellschaft. Einige Jahre spaeter gehörten solche Ereignisse bereits zum Alltagsleben. Als ich vor 8 Jahren auf der Insel Kos war, ich besuchte da eine Schule der Sekundarstufe, fanden die Schueler, dass “Volle Lautstaerke” uebertrieben war. “Na, so was, geschieht doch nicht”, sagten sie mir. Nach zwei Jahren an derselben Schule, andere Schueler der 8. Klasse, sagten mir, dass, was ich beschreibe, nunmehr zum Alltagsleben der Gesselschaft auf der Insel gehört. Nicht an allen Schulen und leider nicht alle Lehrer Griechenlands setzten sich rechtzeitig gemeinsam mit ihren Schülern mit solchen Phänomenen auseinander, so dass, als die Neofaschisten ins Parlament kamen, sie unvorbereitet waren, und es vielleicht schon zu spät war, sich ideologisch zu wehren. Neofaschisten hatten an manchen Schulen Macht, aber Gott sei Dank, gab es an vielen anderen Schulen starke antifaschistische Stimmen, die den Mut hatten sich mit ihnen zu konfrontieren.

Damit will ich sagen, dass die Literatur vorbereiten, ja vorwarnen kann. Das ist ihre Rolle. Und das ist ihre Macht. Voraussehen, betrachten, betonen und warnen. Ob sie richtig rezipiert wird, ist eine andere Sache und vielleicht das Thema einer anderen Diskussion.

In deinem Roman „Alpha" wird die Erinnerung an die griechische Militärdiktatur bzw. ihr Missbrauch thematisiert. Der junge Protagonist des Romans nimmt an eine Gedenkfeier zum Jahrestag des Aufstandes im Athener Polytechnikum teil. Die Gruppe der Studenten in der Universität ist allerdings nicht an eine friedliche Demonstration interessiert, sondern um eine gewaltsame Konfrontation mit der Polizei. Welchen Sinn haben solche Gedenkfeier heutzutage? Sollte man sie neu denken und organisieren?

Das ist eine sehr gute Frage. Die Mehrheit in Griechenland liebt die Vergangenheit, sie denkt nur an die vorigen Jahre, greift auf sie immer wieder zurück. “Damals, als wir…” und “als ich jung war…”, sind Ausdrücke, die sehr verbreitet sind. Wir denken nostalgisch an das Dorfsleben von vergangenen Jahrzehnten und wir idealisieren die Nachteile dieser Perioden.Und wir sprechen sehr oft ueber den Unabhaengigkeitskrieg und ueber den Krieg gegen die Italiener und die Deutschen waehrend des 2. Weltkrieges. Über die Jahre nach dem 2. Weltkrieg, über den Zivilkrieg, über die Militärdiktatur sprechen wir nicht so viel. Diese 2 Perioden werden nicht in den Schulen unterrichtet. Vielleicht, weil wir uns lieber als die ewigen Opfer der „Fremden“ sehen, und den Schaden, den wir uns selber anrichteten nicht als Verantwortung übernehmen wollen. Das Ganze finde ich nicht so gesund. Der griechischen Gesellschaft von heute, insbesondere waehrend der Krise, fehlte es an Orientierung. Es waere eine gute Gelegenheit, besonders fuer die Jugend, wenn solche Gedenkfeier als Wegweiser dienten. Und die Gedenkfeier sollten dazu dienen, das ist ihre Rolle in der heutigen Zeit. Aber leider ist das nicht immer der Fall. Die Liebe und Sucht der Griechen nach der Vergangenheit hat keine organische Verbindung mit der Gegenwart und der Zukunft. Meiner Meinung nach, ist das eine Art Furcht vor jeder kuenftigen Aenderung und kein Respekt fuer den Kampf der Vorfahren. Und das mit der gewaltsamen Konfrontation mit der Polizei ist leider eine Wahrheit. Es ist sehr schlimm, dass eine Feier fuer die Demokratie nicht demokratisch friedlich ausgeführt wird und solche Begleitphänomene (Nebenwirkungen) mit sich bringt. Leider, nach so vielen Jahren ist dieser Tag zu reiner Gewohnheit entartet, und muss neu gedacht und organisiert werden.

Die Frage, auf die ich leider keine leichte Antwort habe, lautet: Welchen Sinn haben solche Gedenkfeier in Zeiten zunehmender Gewalt? Wie könnte man sie mit Gegenwart und Zukunft verbinden? Oder wie könnte man ihren eigentlichen Sinn erkennen,  sodass sie auch eine hoffnungstragende Botschaft überbringen können?

Wie kann man Zeitgeschichte mithilfe der Literatur für junge Leute anschaulich machen? Und wie vermeidet man als Kinderbuchautor gefährliche Didaktisierungen?

Das ist das groesste Problem im Bereich der Jugendliteratur, die Didaktisierung, besonders in Griechenland, wo es der Kinder- und Jugendliteratur an Mut mangelt. Weil wir, die Autoren, aelter als unsere Leser sind, wissen wir eigentlich nicht, ob wir eine echt interessante Geschichte schreiben, oder ob wir uns in der Sprache der heutigen Jugend ausdruecken koennen, ob es uns gelingt, in dieser Sprache mit den jungen Lesern auch erfolgreich zu kommunizieren. Denn die Sprache ist etwas Dynamisches, jeden Tag kommen neue Wörter oder Ausdrücke hinzu, andere scheinen altmodisch, usw. Ueber eine geschichtliche Zeitperiode zu schreiben ist es auch gefaehrlich, man soll die Idealisierung, bzw. die uebertriebene Idealisierung vermeiden. Die Schueler, die Jugendlichen wollen aber etwas Echtes, etwas Lebensnahes lesen. Die Projektion, das heisst ueber ein Thema der heutigen Zeit in Verbingung mit der Zeitgeschichte zu schreiben, ist eine Art ueber dunkle Seiten der Vergangenheit zu sprechen, wenn wir keinen historischen Roman schreiben. Vor allem soll der Autor das kritische Denkvermögen des Lesers respektieren, das heisst keinen „Unterricht“ geben. Ich besuche sehr oft Schulen, insbesondere Schulen der Sekundarstufe. Ich will ein Beobachter und zugleich ein Zuhörer sein. Die Kinder haben das Bedürfnis über ihre heutigen Probleme zu sprechen, sie brauchen bloß jemanden, der ihnen zuhört, ohne dabei Kritik auszuüben.  Das ist meine Rolle, so sehe ich das. Die Diskussion ist oftmals wichtiger als das Buch, ich versuche immer eine Brücke zu bauen, indem ich die Meinungen oder die Einstellung der Kinder in die Problematik miteinbeziehe. Gleichzeitig kann die Literatur eine Brücke sein, die das Heute mit dem Gestern verbindet. Wenn es möglich ist, versuche ich auch über die Geschichte zu sprechen, die heutigen Schüler mit der Geschichte „anzufreunden“. Das ist einigermassen schwer, denn es herrschen noch, nach so vielen Jahren, Vorurteile und Missverständnisse vor.

Viele behaupten, dass die Generation der digitalen Ära, der Smartphones und der sozialen Netzwerke weder Mut noch Lust auf Widerstand hat. Wie können Jugendliche, fragen sich viele, die nicht mal miteinander treffen und nur noch aus der Ferne kommunizieren für ein gemeinsames Ziel auf die Straße gehen? Allerdings haben die Fridays for Future und andere Initiativen das Gegenteil bewiesen. Du hast etliche Lesungen in vielen griechischen Schulen gehalten und kennst griechischen Kinder und Jugendliche sehr gut. Was hälst du von der jüngsten griechischen Generation?

Ich erinnere mich an die grossen Proteste gegen die Atomwaffen in Deutschland im Jahr 1983. Millionen von Leuten protestierten damals fuer eine bessere Zukunft. Ich erinnere mich auch an die sogenannten “Empörten” in Griechenland, im Jahr 2012 ungefähr.  Es gibt eine Falschnachricht über die damaligen Demonstrationen in Athen, nämlich dass die Spanier die damals in Madrid protestierten, auf Plakaten in ihren Händen schrieben und herausschrien “seid ruhig, sonst wachen wir die Griechen auf”. So, wurden auch in Athen solche Proteste organisiert, damit wir den Spaniern beweisen könnten,  dass wir nicht schliefen. Tausende von Leuten, gingen jeden Tag auf den Syntagma Platz, vor dem Parlament und schrien gegen die Abgeordneten, sie schrien “Feuer an das Bordell”, womit „Bordell“ das Parlament gemeint war. Das dauerte viele Wochen an, und  die Polarisierung die entstand, bot Populismus und Faschismus den Anstoß, den fruchtbaren Boden, um aufzublühen. Die Orientierung war natürlich populistisch, gegen Europa usw. Weil wir natürlich nichts ändern wollten. Also, diese zwei Proteste, die Demonstrationen in Deutschland im 1983 und die Proteste von Athen, hatten nichts Gemeinsames, aber sie brachten beide  Tausende, sogar Millionen von Menschen auf die Strassen. Und die Demonstration in Athen wurde innerhalb von nur zwei Tagen durch Facebook organisiert. Meiner Meinung nach ist es nicht so schwer, fuer ein gemeinsames Ziel auf die Strassen zu gehen, es ist schwer ein reines Bild dieses Zieles zu haben. Ein Ziel wie z.b. “Wir wollen Demokratie”, wir wollen ein besseres Klima, wir wollen eine bessere Zukunft, ist klarer, produktiver und vor allem ehrlicher als “wir wollen uns nicht ändern und wir wollen nichts ändern“.

Die jüngste griechische Generation unterscheidet sich kaum von den jüngsten Generationen anderer europäischen Länder. Sie ist nicht so unreif und schläfrig, wie wir uns vielleicht vorstellen. Ich glaube an diese Generation, ich muss und soll an diese Generation glauben, so dass auch meine Bücher einen Sinn  haben, so dass mein Beruf einen Sinn hat und er mich gleichzeitig auch als Berufung erfüllt.

Mut zum Widerstand”
Εκδήλωση στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Φρανκφούρτης
Συνομιλητής: Jochen Voit, συντονιστής: Χρήστος Αστερίου

Συνέντευξη στον Κυριάκο Αθανασιάδη, Liberal - 2 Απριλίου 2019

Παιδικό Βιβλίο: ΟΛΑ τα πώς και τα γιατί

Το 1966, η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ) καθιέρωσε τη 2α Απριλίου, ημέρα των γενεθλίων του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ως Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, με σκοπό να εμπνεύσει στα παιδιά την αγάπη για το διάβασμα και να προκαλέσει την προσοχή των μεγαλυτέρων στο παιδικό βιβλίο. Με αυτή την αφορμή, έχουμε τη χαρά να μιλούμε σήμερα με τον συγγραφέα παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας Βασίλη Παπαθεοδώρου. Τον ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο του. Και ευχαριστώ και όλους εσάς που θα διαβάσετε αυτή τη συνέντευξη και θα την κοινοποιήσετε. Έχει πολύ μεγάλη σημασία. Να είστε καλά!

— Αγαπητέ κύριε Παπαθεοδώρου, πείτε μας, πότε μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα ένα παιδί; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ηλικία ή περίοδος;

Όσο πιο νωρίς, τόσο καλύτερα. Προφανώς μπορεί και πρέπει το παιδί να ξεκινά το διάβασμα κατά την προσχολική ηλικία, τότε που αρχίζουν να διαμορφώνονται οι συνήθειες και τα μοτίβα συμπεριφοράς. Θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό να αποσυνδέσει στο μυαλό του το βιβλίο από την εκπαιδευτική διαδικασία, ή καλύτερα να μην κάνει καν αυτή τη σύνδεση. Το λογοτεχνικό ανάγνωσμα είναι για απόλαυση, το σχολικό βιβλίο για μάθηση. Επίσης, λόγω της έντονης κτητικότητας που έχουν τα μικρά παιδιά, το δέσιμο με το αντικείμενο-βιβλίο συντελείται σε αυτή την ηλικία.

— Πολύ ωραία. Τώρα, και το ρωτώ ειλικρινά, πώς μπορεί να κάνει ένας γονιός το παιδί του «ισόβιο» αναγνώστη; Γίνεται; Ή πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να τα παρατήσει στην πορεία;

Αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα, αλλιώς όλα τα παιδιά θα ήταν «ισόβιοι» αναγνώστες. Σίγουρα ένα περιβάλλον που αγαπά τα βιβλία βοηθά σε αυτό, γιατί πολλές φορές το παιδί υιοθετεί, έστω και μιμητικά, συνήθειες των μεγαλύτερων. Αρκεί όμως αυτό; Όχι, σε αρκετές περιπτώσεις αναγνώστες δημιουργήθηκαν μέσα σε αντιπνευματικά περιβάλλοντα. Το να του δωρίζει όμως ένα μικρό βιβλίο ή να το παίρνει μαζί του για αγορές σε βιβλιοπωλείο είναι κάτι που συμβάλλει σε αυτό. Η γενιά μας έμαθε την ανάγνωση από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα και τα Μίκυ Μάους, κάθε εβδομάδα είχαμε κάτι να περιμένουμε. Δυστυχώς αυτή η επαναληψιμότητα πλέον δεν υπάρχει, αυτό το τελετουργικό τού να αγοράζεις μια συγκεκριμένη μέρα ένα περιοδικό από το περίπτερο. Αυτό, όσο κι αν δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει τότε, συνέβαλλε στην αναγνωστική εκπαίδευσή μας. Συνεπώς, η όποια εκδήλωση, η όποια αγορά βιβλίου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως γεγονός της μίας φοράς, αλλά να υπάρχει μια συνεχής επένδυση σε αυτό.

— Ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι παράγοντες που «σκοτώνουν» τη διάθεση ενός παιδιού να διαβάσει; Μιλάμε πάντα για μη σχολικά βιβλία.

Στις μέσες και μεγαλύτερες ηλικίες το σχολείο παίζει έναν αμφίσημο ρόλο. Δηλαδή, ενώ θα μπορούσε να συμβάλλει καθοριστικά στη διάθεση του παιδιού για διάβασμα, πολλές φορές τα αποθαρρύνει, επειδή τείνει να τους το «επιβάλλει» ψυχαναγκαστικά. Θεωρώ ότι και η αντιμετώπιση όλων μας, ότι τα παιδιά δεν διαβάζουν, ότι πρέπει πάση θυσία να τα κάνουμε να διαβάζουν, όλο αυτό το «άγχος» για να γίνουν αναγνώστες είναι φοβική και ηττοπαθής στάση, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι. Όχι, δεν φταίνε τα τάμπλετ και το Ίντερνετ, δεν φταίνε τα σχολικά διαβάσματα και ο περιορισμένος χρόνος. Τα παιδιά και ειδικά οι έφηβοι θα διάβαζαν σε μεγαλύτερο ποσοστό αν έβρισκαν βιβλία που τους ενδιαφέρουν, που μιλούν τη γλώσσα τους και έχουν θέματα που τους αφορούν. Προσοχή, μιλώ για παιδιά που δεν αρέσκονται στα βιβλία, όχι για συνειδητούς αναγνώστες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο κάθε δυνητικός αναγνώστης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, δεν γίνεται να πιάσεις με ένα βιβλίο όλα τα παιδιά.

— Έχουν κάποια σχέση οι σχολικές επιδόσεις ενός παιδιού με το πόσο θα αγαπήσει το διάβασμα;

Απολύτως καμία. Δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση, διευκρινίζω. Το διάβασμα δεν είναι για τους καλούς μαθητές, είναι για όλους. Δυστυχώς όμως υπάρχει αυτή η παρανόηση, αυτό το ψυχολογικό φράγμα, αυτή η ατάκα τού «αυτός δεν παίρνει τα γράμματα», «αυτός δεν είναι του διαβάσματος». Άλλο το ένα, τα μαθήματα δηλαδή, άλλο το άλλο, η αναγνωστική απόλαυση. Ξέρω έφηβους με πολύ κακούς βαθμούς, με σχεδόν άθλιες μαθητικές επιδόσεις, που κάνουν τις καλύτερες κουβέντες στις επισκέψεις μου σε σχολεία. Βγάζουν τους προβληματισμούς τους, τις σκέψεις τους, εκφράζονται. Και μέσω αυτής της συμμετοχής αποκτούν αυτοπεποίθηση. Η έκφραση και η σκέψη δεν είναι προνόμιο των καλών μαθητών.

— Όμως γιατί είναι τελικά απαραίτητο να διαβάζουν λογοτεχνία τα παιδιά;

Για να αντλήσουν απόλαυση. Για να απαντήσουν κάποια ερωτήματα σχετικά με τον εαυτό τους, ταυτιζόμενοι με ήρωες και καταστάσεις. Για να μάθουν χειρισμούς περιστάσεων, χαρακτήρων, να εμπλουτίσουν το λεξιλόγιό τους. Για να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους, αγαπώντας τον. Υπάρχει μια ατελείωτη λίστα με «για να…» Προτιμώ πάντα να αναφέρω πρακτικά αποτελέσματα παρά να παραθέτω ατάκες όπως «η λογοτεχνία είναι παράθυρο στη φαντασία» ή «κυνηγώ τα όνειρά μου». Και τα παραπάνω είναι πρακτική εκπαίδευση, αβίαστη και γι’ αυτό τον λόγο πιο καλά χωνεμένη από τους αναγνώστες. Πάντως θα πω εδώ και το εξής: Δεν υπάρχει «πρέπει» και «επιβάλλεται» στο βιβλίο. Σε κάποια παιδιά δεν θα αρέσει, ακόμα κι αν έχουν διαβάσει κάποια, όπως σε άλλα δεν αρέσει κάτι άλλο.

— Υπάρχει καλή και κακή παιδική λογοτεχνία; Ή ό,τι είναι για παιδιά είναι καλό;

Δεν θα ονόμαζα όλα τα παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν «λογοτεχνία». Η λογοτεχνία για μένα έχει και πρέπει να έχει κάτι ευγενές. Μια απαίδευτη αφήγηση, που δεν είναι καν μια ολοκληρωμένη ιστορία, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς πειστικούς χαρακτήρες, χωρίς δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, και που βγαίνει σε έντυπη μορφή σίγουρα δεν είναι λογοτεχνικό έργο. Συνεπώς εδώ έχουμε ένα ζήτημα ορισμού. Άρα μιλάμε εντέλει για καλά και κακά παιδικά βιβλία. Στην Ελλάδα εκδίδονται πολύ λίγα εξαιρετικά βιβλία τον χρόνο, αρκετά έως πολλά κακά και μια πληθώρα βιβλίων μέσου επιπέδου, που τα λες «συμπαθητικούλια» και μέχρι εκεί. Αυτή η κατηγορία κάνει μακροπρόθεσμα κακό, αν μπορώ να το ονομάσω έτσι. Εκπαιδεύει το παιδί σε μια αναγνωστική μετριότητα, στο να μην κάνει πνευματικά το απαραίτητο βήμα προς τα πάνω, σε μια βαρετή διαδικασία, όπου οι λέξεις-κλειδιά (διαφορετικότητα, bullying, ανακύκλωση κ.ά.) είναι η κινητήρια δύναμη για να γραφτεί ένα προσχηματικό βιβλίο που θα δώσει άλλοθι πρωτοτυπίας σε μια σχολική διαδικασία, δηλαδή να γίνει κουβέντα στην τάξη γι’ αυτά τα θέματα. Συνεπώς, όχι, ό,τι κυκλοφορεί δεν είναι καλό, χρειάζεται προσοχή στις επιλογές.

— Μάλιστα. Πάμε σε κάτι άλλο. Στο εξωτερικό, η κατηγορία βιβλίων που απευθύνονται σε μαθητές Λυκείου, η λεγόμενη Young Adult Fiction, είναι μακράν η #1 σε πωλήσεις. Στην Ελλάδα, που έχει μερικές χιλιάδες άψογα παιδικά βιβλία, σπανίως εκδίδονται Young Adult — γιατί δεν πουλάνε, δεν έχουν κοινό. Πώς γίνεται αυτό; Γιατί ξεχωρίζουμε τόσο πολύ;…

Στο Λύκειο σχεδόν όλοι οι μαθητές πηγαίνουν φροντιστήριο ή προετοιμάζονται για τις εξετάσεις. Εκεί παρατάνε το βιβλίο ακόμα και οι λίγοι που διάβαζαν. Λάθος; Εννοείται, επειδή υπάρχουν και οι περίοδοι των διακοπών που θα μπορούσαν να διαβάσουν κάτι. Έτσι το Young Adult —και με αυτό τον όρο δεν αναφέρομαι στο εφηβικό βιβλίο— δεν πουλά εξ ορισμού. Υπάρχει όμως και το άλλο. Στην Ελλάδα υπηρετούν ελάχιστοι αυτό το είδος. Οι περισσότεροι γράφουν μικρή φόρμα και λιγότεροι μεσαία φόρμα. Ελάχιστοι ασχολούνται με τη μεγάλη φόρμα. Δηλαδή δεν έχουμε πολλούς μυθιστοριογράφους νεανικής λογοτεχνίας. Αυτό γίνεται για λόγους ευκολίας κι εμπορικότητας κατά τη γνώμη μου στους περισσότερους. Θεωρείται πιο εύκολο και γρήγορο να γράψεις λίγες λέξεις (που επί της ουσίας δεν είναι) παρά ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Επιπλέον, οι πωλήσεις των βιβλίων για μικρά παιδιά είναι καλύτερες. Ακόμα και από τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής αμφιβάλλω αν έχει βγει μυθιστοριογράφος νεανικής λογοτεχνίας. Συνεπώς η επιλογή ελληνικών βιβλίων σε αυτό το είδος είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Τώρα, γιατί δεν προτιμούν τα μεταφρασμένα, δεν ξέρω. Φαντάζομαι έχει να κάνει με την παρανόηση του «δεν υπάρχει χρόνος», ενώ είναι δεδομένο πως υπάρχει χρόνος για άλλα πράγματα.

— Εσείς γράφετε και Young Adult. Και, από όσο ξέρω, έρχεστε σε στενή επαφή με μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου. Εν πάση περιπτώσει, τι σας λένε, γιατί σταματούν το διάβασμα από ένα σημείο και μετά; Τι θα ήθελαν να διαβάσουν και δεν το βρίσκουν;

Είναι αρκετά αποκαλυπτικές οι απόψεις που έχω ακούσει από μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν τους αφορά η θεματολογία, ότι η γλώσσα είναι παραφορτωμένη και φιλολογίζουσα. Οι νέοι θέλουν να διαβάσουν ή τουλάχιστον θα διάβαζαν αναγνώσματα που τους αφορούν άμεσα, που μιλάνε για τα προβλήματά τους, τις σχέσεις τους, τα διλήμματά τους. Επιπλέον ψάχνουν για αυθεντικότητα στους χαρακτήρες και στην πλοκή. Για να το πω πιο απλά, δεν θυμάμαι να έχουν βγει πολλά βιβλία που να μιλάνε για φοιτητική ζωή, για έναν νέο λ.χ. που κάνει Erasmus και μπλέκει σε μια περιπέτεια. Επιπλέον, η προώθηση του είδους, το να χαρακτηρίζονται δηλαδή όλα τα βιβλία παραμύθια ή παιδικά ή εφηβικά, είναι κάτι που απωθεί εκ των πραγμάτων αναγνώστες που βιάζονται να μεγαλώσουν. Εγώ θα στεκόμουν πιο πολύ στη θεματολογία: δεν συγκινούν πολύ τα βιβλία που αναφέρονται στο παρελθόν, που μιλάνε για χωριά και γιαγιάδες ή παππούδες, που αποπνέουν συντηρητισμό ή/και μικροαστισμό, για να αναφέρω κάποια παραδείγματα. Όπως και δεν πείθει η απεικόνιση των εφήβων ή νέων σε πολλά από αυτά. Οι νέοι έχουν μια βαθιά εσωτερικότητα, λένε λίγα και σκέφτονται πολλά, υπεραναλύουν. Στο εξωτερικό υπάρχει θεματολογία για transgender, οπλοκατοχή, ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, φυλακές ανηλίκων. Εδώ;

— Κράτος ή ιδιώτες; Συγγραφείς ή εκδότες; Ποιοι πρέπει να δραστηριοποιηθούν περισσότερο ώστε να μη σπάει η αλυσίδα φιλαναγνωσίας που ξεκινά από τις πιο μικρές ηλικίες;

Όλοι έχουν μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί. Οι εκδοτικοί οίκοι πρέπει να σταματήσουν να βγάζουν άκριτα τόσα βιβλία· δεν ξέρω αν και τι προσφέρει αυτός ο ανηλεής ανταγωνισμός υπερπροσφοράς τίτλων, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν αξίζουν. Οι συγγραφείς πρέπει να επικεντρωθούν στο να καλυτερεύουν τη γραφή τους, δεν γίνεται να γράφει κάποιος απανωτά, χωρίς να έχει χωνέψει το προηγούμενο, δεν υπάρχει εξέλιξη. Επίσης δεν είναι σωστό να γίνεται η ανάγνωση ψυχαναγκαστικά στο σχολείο ούτε βέβαια να εργαλειοποιείται προς όφελος της εκπαίδευσης. Στους γονείς και στα σχολεία θα έδινα μεγαλύτερα ποσοστά ευθύνης. Το να υπάρχει μόνο ένα βιβλίο στην τάξη, να διαβάζονται κάποια αποσπάσματα ή να φωτοτυπούνται μερικές σελίδες, να γίνονται περιλήψεις και μετά εργασίες, ζωγραφικές και άλλες άσχετες με την ανάγνωση δραστηριότητες, μπορεί ενδεχομένως να συνεπικουρήσει αλλά όχι να χρησιμοποιείται σαν κύρια μέθοδος. Το παιδί ή ο νέος πρέπει να δένεται με το αντικείμενο, το βιβλίο είναι και κάτι «φετιχιστικό», πρέπει να το αγαπήσεις σαν αντικείμενο, να το σεβαστείς, να καταλάβεις την αξία του. Δεν είναι σημειώσεις πανεπιστημιακού μαθήματος, που τις φωτοτύπησες επειδή έχασες την παράδοση.

— Και μια τελευταία ερώτηση: εμείς οι μεγάλοι κάνει να διαβάζουμε παιδικά βιβλία; Κάπου διάβασα ότι «καλό παιδικό είναι αυτό που αρέσει και σε ενήλικες». Ισχύει;

Ναι, πρέπει να διαβάζουμε κι εμείς, για να ξεχωρίζουμε τι είναι καλό και τι όχι. Στην παραπάνω πρόταση μεγάλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις «καλό παιδικό», δηλαδή λογοτεχνικό. Ναι, η λογοτεχνία αγγίζει και μικρούς και μεγάλους, συνεπώς το καλό παιδικό έχει τη δύναμη να κάνει το ίδιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αν ένα βιβλίο χαμηλών προδιαγραφών τύχει να αρέσει και σε μικρούς και σε ενήλικες είναι αυτομάτως καλό. Το γούστο δεν συμβαδίζει πάντα με την ποιότητα. Συνεπώς εδώ παίζει ρόλο το περιεχόμενο που δίνουμε σε αυτή τη λέξη, περιεχόμενο που μπορεί να οριστεί αντικειμενικά με αρκετή σαφήνεια. Σε γενικές γραμμές λοιπόν συμφωνώ, βάζοντας όμως κάποια διευκρινιστικά θέματα.

— Σας ευχαριστώ θερμά!

Συνέντευξη στην Πέπη Νικολοπούλου, ελculture.gr - 22 Μαρτίου 2019

Βασιλης Παπαθεοδωρου: Η «τολμηρη πενα» των απαιτητικων νεανικων αναγνωσματων

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου για όσους αγαπούν το παιδικό και εφηβικό βιβλίο σίγουρα συγκαταλέγεται, όχι τυχαία, ανάμεσα στους αγαπημένους τους συγγραφείς. Τον γνώρισα προσωπικά πρόσφατα, με αφορμή τις πρόσφατες κυκλοφορίες του, Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια και τη συγκλονιστική ιστορία εξαφάνισης της έφηβης Λένας Μανιέ, αλλά και τη σειρά «Απρόσμενοι Φίλοι», όπου το πραγματικό στοιχείο, με έγκυρες ιστορικές πηγές, έρχεται και συνδυάζεται με το παραμυθικό στοιχείο, προσδίδοντας έτσι συγκινησιακή διάσταση σε μια αληθινή ιστορία, εκπαιδεύοντας και διεγείροντας ταυτόχρονα το συναίσθημα.

Επάξια, έχει κερδίσει μια θέση στην καρδιά των εφήβων, αφού ο λόγος του, άμεσος, τολμηρός, κατανοητός, ακουμπάει τη δική τους ζωή, την αφουγκράζεται και δίχως να τη χαϊδεύει, τολμά να καταπιαστεί με θέματα και κοινωνικές αλήθειες που πρωταγωνιστούν στην καθημερινότητά τους. Bullying, τρομοκρατία, περιθωριοποίηση, ρατσισμός, βία στα γήπεδα. Έχει καταπιαστεί με θέματα σκληρά και έχει τολμήσει να αναμετρηθεί με τη δύσκολη και ίσως για πολλούς, τρομακτική περίοδο της εφηβείας, με επιτυχία, κερδίζοντας έναν ηγετικό ρόλο του στα απαιτητικά μονοπάτια της νεανικής λογοτεχνίας.

Έξι από τα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματά του (Το μήνυμα, Οι Εννέα Καίσαρες, Χνότα στο τζάμι, Στη διαπασών, Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας, Ιπτάμενες σελίδες) διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους, και δύο από αυτά (Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας, Μια αστεία επιδημία) έχουν μεταφραστεί στα τουρκικά από τις εκδόσεις Kelime Yayınları.

Τα βιβλία σου που απευθύνονται στους έφηβους τα γράφεις σαν να είσαι και εσύ ένας από αυτούς. Θυμάσαι τα εφηβικά σου χρόνια και πώς νομίζεις ότι διαφέρει ο σημερινός έφηβος από εκείνον τον άλλον σου εαυτό;

Πέρασα καλά παιδικά κι εφηβικά χρόνια, χρόνια που όμως ήταν ατάραχα, επίπεδα και αρκετές φορές μοναχικά. Η κοινωνικότητά μου εντός σχολείου εναλλασσόταν με περιόδους εσωστρέφειας κατά τη διάρκεια των διακοπών, επειδή ήμουν μόνος. Έτσι το βιβλίο για μένα σήμαινε ουσιαστική παρέα. Οι σημερινοί έφηβοι εκ των πραγμάτων δεν είναι τόσο μοναχικοί, τουλάχιστον επιφανειακά. Η τεχνολογία έχει παίξει το σημαντικότερο ρόλο σε αυτό. Κινητά, ίντερνετ, σόσιαλ μίντια δίνουν την ψευδαίσθηση της συντροφικότητας κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Ο έφηβος του σήμερα στον πυρήνα του είναι ίδιος με αυτόν του χτες, με τις ανασφάλειές του, τα κόμπλεξ του, τα όνειρά του και τις ελπίδες του που τις περισσότερες φορές ματαιώνονται, με τον ναρκισσισμό του και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματά του.

Όμως η τεχνολογία είναι σαν να έχει δημιουργήσει μια άλλη γενιά νέων, πιο ανυπόμονη. Παλιά έψαχνες μια πληροφορία στην έντυπη εγκυκλοπαίδεια, περίμενες να σου γράψει το δισκάδικο την κασέτα, να κυκλοφορήσει και να’ρθει στην Ελλάδα ένα βινύλιο. Τώρα όλα αυτά έχουν καταργηθεί, οι χρόνοι έχουν εκμηδενιστεί. Η ευκολία της πρόσβασης στα πάντα, η άνεση στην πρόσληψη της πληροφορίας συντείνουν στο να μην αφομοιώνεται σε βάθος μια κατάσταση και συγκεκριμένα η κατάσταση της αναμονής ή της αναζήτησης. Εντύπωση μου προκαλεί το γεγονός ότι οι σημερινοί νέοι μπορεί και να μην γνωρίζουν τον Μάικλ Τζάκσον π.χ. ενώ θα περίμενε κανείς δηλαδή ότι η άμεση ικανοποίηση των ενδιαφερόντων θα συνέβαλλε σε εμβάθυνση αυτών, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό ναι, είναι μια διαφορά του χθες από το σήμερα. Από την άλλη δεν υποβαθμίζω καθόλου το γεγονός ότι οι νέοι του σήμερα, ακριβώς λόγω αυτών των αλλαγών στις συνθήκες ζωής κι επικοινωνίας, είναι σε γενικές γραμμές πιο ανοιχτοί κι ανεκτικοί απέναντι στους άλλους. Αισθάνομαι πως μειώνουν οι ίδιοι τα χάσματα.

Διαβάζουν οι σημερινοί έφηβοι βιβλία και ποιο νομίζεις είναι το περιεχόμενο των βιβλίων που τους ενδιαφέρουν;

Οι έφηβοι δεν είναι τόσο αρνητικοί στα βιβλία όσο νομίζουμε τουλάχιστον. Ενώ όμως διαβάζουν πολύ περισσότερο από παλιά, μαθήματα, άρθρα στο ίντερνετ, αναρτήσεις, δεν θα πάρουν να διαβάσουν ένα βιβλίο από μόνοι τους. Δεν θα διαβάσουν λογοτεχνία δηλαδή. Ή δεν θα το κάνουν τόσο εύκολα. Πιστεύω πως η λέξη «εύκολα» είναι κομβικής σημασίας. Έχοντας άκοπα πρόσβαση στην πληροφορία και στη διασκέδαση (π.χ. youtube) όπως είπα παραπάνω, γιατί να προσπαθήσουν για κάτι; Γιατί το βιβλίο τουλάχιστον χρειάζεται μια ελάχιστη προσπάθεια. Συνεπώς, αν όλα είναι θέμα παιδείας, όπως συνηθίζεται να λέγεται πολύ αφηρημένα, πιστεύω πως η αναγνωστική παιδεία πρέπει να βασίζεται αρχικά στην καλλιέργεια της προσπάθειας και της υπομονής ή επιμονής. Επιπλέον, έφηβοι που δεν έχουν ξαναπιάσει στα χέρια τους βιβλίο, πολύ δύσκολα θα συγκινηθούν με Παπαδιαμάντη, με αναγνώσματα δηλαδή άλλης εποχής, που απαιτούν ιδιαίτερες γλωσσικές δεξιότητες κι έχουν άλλες απαιτήσεις. Συνεπώς οι πολύ καινούριοι αναγνώστες θεωρώ πως πρέπει να αρχίζουν με βιβλία σημερινά, βιβλία με δράση και πάνω απ’όλα με αναγνώσματα που είναι κοντά στα ενδιαφέροντα και στους προβληματισμούς τους. Πιστεύω ότι οι έφηβοι ενδιαφέρονται πιο πολύ για τις σχέσεις (ερωτικές, φιλικές, με τον εαυτό τους) κι αν βρεθεί βιβλίο που να μιλά γι’αυτά τα πράγματα, με δράση και σύγχρονο λόγο, θα τους συγκινήσει.

Έχεις επισκεφθεί πολλά σχολεία για να παρουσιάσεις τα βιβλία σου και να μιλήσεις με τους μαθητές. Ποια είναι η εικόνα που έχεις σχηματίσει για τις σχολικές βιβλιοθήκες; Κρίνεις ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης ώστε να έχουν μια ουσιαστική συμβολή στη φιλαναγνωσία αλλά και την κριτική σκέψη;

Έχω επισκεφτεί αρκετούς χώρους σχολικής βιβλιοθήκης. Μπορώ να πω ότι πάρα πολλές βιβλιοθήκες, αν όχι οι περισσότερες, δεν μου άρεσαν. Μου φάνηκαν παρατημένοι χώροι, μίζεροι, που υπάρχουν απλώς για να υπάρχουν, ως αποτέλεσμα προφανώς της εγκατάλειψής τους τα τελευταία χρόνια. Σχετικά λίγα βιβλία και παλιά, κάποιοι υπολογιστές και τα παιδιά να έρχονται στα διαλείμματα για να δουν κάποιο βιντεάκι. Βέβαια άλλες σχολικές βιβλιοθήκες είναι εξαιρετικές. Η εμφάνιση του χώρου για μένα παίζει ένα σημαντικό ρόλο, η αίθουσα πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό. Να είναι πιο ζεστή, να κάνει κέφι στο μαθητή να μπει στο χώρο ή να κάτσει. Αυτό είναι μια πρώτη διαπίστωση. Μια δεύτερη είναι ότι στα περισσότερα σχολεία υπολειτουργούν. Κάποιος πολύ φιλότιμος εκπαιδευτικός θα την ανοίγει για μερικές ώρες την εβδομάδα ή σε κάποια διαλείμματα. Δε γίνεται όμως έτσι δουλειά. Πιστεύω ότι ο χώρος πρέπει να αποσυνδεθεί από το σχολείο και μ’αυτό εννοώ πως κάποιες εκδηλώσεις, κάποιες συζητήσεις, ίσως λέσχες ανάγνωσης παιδιών κι ενηλίκων, πρέπει να γίνονται εκεί, σε τακτική όμως βάση. Οι σχολικές βιβλιοθήκες θέλουν ζωντάνια, όχι μεμψιμοιρία αλλά ούτε και ψυχαναγκασμό. Και θέλουν και μια επένδυση χρημάτων, δωρεάν και μόνο με την καλή θέληση δε γίνεται τίποτα. Όλα αυτά βέβαια τα λέω ως απλός παρατηρητής, δεν είμαι γνώστης του θέματος σε όλη του την έκταση. Αν και τον τελευταίο καιρό έχω διαβάσει πως γίνονται κάποια βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αυτή της μη εγκατάλειψης.

Έχεις εισπράξει τεράστια αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό αλλά και την ευρύτερη κοινότητα του βιβλίου με πολλές βραβεύσεις. Ποια όμως είναι ίσως εκείνη η στιγμή, εκείνο το βιβλίο ή εκείνη η βράβευση που μέσα σου «ζυγίζει» περισσότερo; 

Τα βραβεία για μένα είναι σημαντικά, πέρα όμως από την επιβράβευση μου προσφέρουν κάτι ανεκτίμητο: Όρια. Με βάζουν σε ένα σκαλοπάτι, με τοποθετούν σε ένα επίπεδο, κάτω από το οποίο δεν πρέπει να πέσω. Για να το πω πιο απλά, κάποια γραπτά τα έχω στο συρτάρι, δεν θα κυκλοφορήσουν ποτέ, είναι κατώτερα από την πορεία μου, δεν είναι καλά. Θεωρώ πολύ σημαντικό ένας συγγραφέας να ξέρει ποιο γραπτό του είναι καλό και πρέπει να κυκλοφορήσει και ποιο πρέπει να μείνει ανέκδοτο.

Τα βραβεία λοιπόν σε μένα λειτουργούν κατ’αυτόν τον τρόπο, πέρα φυσικά από την πρόσκαιρη χαρά που προσφέρουν, από την ικανοποίηση της όποιας ματαιοδοξίας, η οποία είναι φυσιολογικό κι ανθρώπινο να υπάρχει στον καθένα σε φυσιολογικά και ελεγχόμενα επίπεδα. Συνεπώς δεν τα σνομπάρω. Προφανώς οι πρώτες βραβεύσεις ήταν κάτι πολύ σημαντικό για μένα, κάτι πρωτόγνωρο. Ακόμα απορώ με τον εαυτό μου και με την πορεία μου, μέχρι λίγο πριν τα τριάντα μου περίπου δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ενασχόληση, ούτε είχα καταλάβει ότι διέθετα μια συγκεκριμένη κλίση. Πέρα από τα βραβεία όμως η επαφή με τους έφηβους και νέους είναι ένα άλλο είδος βράβευσης, μια παράλληλη βράβευση, αν μπορώ να το πω έτσι. Παιδιά που δεν είχαν διαβάσει ποτέ κάποιο βιβλίο πιο πριν και τους άρεσε το δικό μου, παραβατικοί έφηβοι, νέοι που διστάζουν να πουν την άποψή τους επειδή ντρέπονται ή φοβούνται και τελικά πιάνουν κουβέντα μαζί μου, άλλοι που μου έχουν στείλει μηνύματα πως κάποιο βιβλίο μου τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν μερικά πράγματα και να αλλάξουν πορεία προς το καλύτερο, τι να πρωτοπώ; Δεν ξεχωρίζω κάτι συγκεκριμένο, θεωρώ ότι όλα έχουν αφήσει το στίγμα τους στη σκέψη μου.

Ας πάμε λίγο στη διαδικασία της γραφής. Όταν ξεκινάς να γράφεις μια ιστορία, δημιουργείς πρώτα το βασικό ήρωα ή ξεκινάς σκιαγραφώντας τη βασική πλοκή και μετά πλάθεις τους χαρακτήρες;

Τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, γράφω μια ιστορία γύρω από έναν ήρωα. Για παράδειγμα την ιστορία ενός κοριτσιού που εξαφανίστηκε, ενός δεκαεφτάχρονου που μπλέκει με ρατσιστικές οργανώσεις, δυο παιδιών γυμνασίου που το ένα κακοποιεί το άλλο. Αυτό δηλαδή που θέλω να πω είναι μια συγκεκριμένη ιστορία. Μετά προσθέτω τους υπόλοιπους ήρωες, τους δευτεραγωνιστές και τους κομπάρσους, προσέχοντας πάντα να μην παρεκκλίνω από τη βασική κατεύθυνση της ιστορίας μου. Τα πάντα όμως μέσα στο κείμενο πρέπει να εξυπηρετούν την πλοκή που έχω στο μυαλό μου. Θα έλεγα ότι είμαι πιο πολύ story-teller, με την έννοια ότι θέλω να περιγράψω μια συγκεκριμένη ιστορία, σαν να την έβλεπε κάποιος σε σειρά ή σε ταινία.

Οι χαρακτήρες των βιβλίων σου, ακουμπούν σε πρωτογενή υλικά, ή τους έχεις κάπου, κάπως συναντήσει στην πραγματική σου ζωή;

Στοιχεία δικά μου βρίσκονται σε πολλούς χαρακτήρες των βιβλίων μου. Αυτά τα στοιχεία μπαίνουν άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε όχι. Επιπλέον δεν πρόκειται αποκλειστικά για χαρακτηριστικά που έχω, αλλά και για ιδιότητες που δεν είχα ποτέ και ίσως θα ήθελα να αποκτήσω ή τουλάχιστον να δω πώς είναι περιγράφοντάς τες. Κάποιους από τους ήρωες τούς έχω συναντήσει κατά κάποιον τρόπο, είναι περισσότερο ένα μείγμα από ανθρώπους που έχω γνωρίσει, ενώ για κάποιους άλλους έχω διαβάσει σε εφημερίδες και άρθρα. Το σημαντικό για μένα είναι να φαίνονται οι χαρακτήρες αληθινοί, να έχουν ένα βάθος, να μην είναι μονοσήμαντοι.

Οι βασικές σπουδές σου (Μεταλλουργός & Χημικός μηχανικός ΕΜΠ) δεν είχαν καμία σχέση με τη συγγραφή βιβλίου. Ποια η καθοριστική στιγμή σου για να ξεκινήσεις τη συγγραφή και τι θα συμβούλευες σε κάποιον που θέλει να γράψει ένα βιβλίο;

Οι σπουδές μου με έχουν βοηθήσει πολύ στον τρόπο γραφής κι ας ακούγεται αυτό παράξενο. Δουλεύω το κείμενο σαν μηχανικός, δηλαδή το ξεκινώ μόνο αν το έχω σχεδόν όλο στο μυαλό μου, μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ένα άλλο πράγμα που με έχει βοηθήσει είναι ότι, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, δεν θεωρούσα πως είμαι συγγραφέας. Αυτή την ιδιότητα, πρέπει να την κατακτήσεις μέσω της δουλειάς σου, να σου αναγνωριστεί από τους άλλους. Γιατί είναι κάτι σαν τίτλος. Προσωπικά δίνω μεγάλη σημασία στην ιστορία, στην πλοκή. Κάτι πρέπει να γίνεται στο βιβλίο, να μην είναι μόνο μια παράθεση σκέψεων και βιωμάτων. Δυστυχώς η πλειοψηφία των βιβλίων πάσχει από σενάριο. Θα συμβούλευα λοιπόν όλα τα παραπάνω στους επίδοξους συγγραφείς καθώς και σεμνότητα. Δε σημαίνει ότι άμα τελειώσουμε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής ξέρουμε να γράφουμε, ούτε πως είμαστε καλοί συγγραφείς επειδή μας αποθεώνουν στο facebook. Θα συμβούλευα επίσης να χρησιμοποιούν λιγότερους εξυπνακισμούς στα κείμενα και να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στην καλόπιστη κριτική. Μη βιάζονται να γίνουν συγγραφείς, γιατί το πράγμα θα ξεφουσκώσει πολύ γρήγορα. Και να μη δίνουν όλα τα χειρόγραφα σε εκδότες, κάποια είναι πραγματικά πάρα πολύ κακά, αναρωτιέται κανείς γιατί γράφτηκαν. Σίγουρα πρέπει να μένουν κείμενα σε συρτάρια. Πάνω απ’όλα όμως ο καθένας πρέπει να διαθέτει μια κάποια επίγνωση για το τι είναι, πού βρίσκεται, πόσο αξίζει. Και να αμφιβάλλει διαρκώς.

Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο σου «Τη νύχτα που έσβησαν τα αστέρια» και οφείλω να δηλώσω ενθουσιασμένη. Ποια τα επόμενα συγγραφικά σου πλάνα;

Συνεχίζω τη σειρά «Απρόσμενοι φίλοι» που απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας και περιλαμβάνει πραγματικές ιστορίες αυτοθυσίας, πίστης και ηρωισμού ζώων. Παράλληλα έχω στο μυαλό μου δυο-τρεις ιδέες για νεανικό μυθιστόρημα, που απλά περιμένω να ωριμάσουν και να ολοκληρωθούν, για να αρχίσω να τις γράφω.

Συνέντευξη στην Πελιώ Παπαδιά, Taλκ - 12 Μαρτίου 2019

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΑΝ Τ’ΑΣΤΕΡΙΑ

Εντελώς τυχαία διάβασα «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια» του Βασίλη Παπαθεοδώρου τη νύχτα της 20ης Ιανουαρίου. Τη νύχτα που η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Λένα Μανιέ, μαθήτρια της Τρίτης Λυκείου, εξαφανίζεται. Το γεγονός αυτό δρα καταλυτικά στις σχέσεις συγγενών, φίλων και γνωστών της, καθώς όλοι αναρωτιούνται για το δικό τους ρόλο σε αυτήν την εξαφάνιση, αλλά προπάντων για το ρόλο των άλλων. Εννέα άτομα-αφηγητές προσπαθούν να δικαιολογήσουν, να συγκαλύψουν, να κατηγορήσουν. Και καθώς περνά ο καιρός οι σχέσεις τους δοκιμάζονται, αλλάζουν, φτιάχνουν, καταρρέουν. Κι η Λένα, πανταχού παρούσα αν και απούσα, κινεί εν αγνοία της τα νήματα όλων όσα συμβαίνουν…

Νομίζω πως δύσκολα θα ξεχάσω το βιβλίο αυτό. Είναι σκληρό και σοκάρει, συμπυκνώνοντας όλα τα πάθη της εφηβείας, αλλά και της ενήλικης ζωής: φιλίες, έρωτες, παιδεραστία, εκφοβισμό, εξαφανίσεις, βιασμούς, διαλυμένες, τοξικές οικογένειες, ομοφυλοφιλία, ρατσισμό, αρρώστιες, απιστίες, σχολείο, πανελλήνιες, κομπίνες, ΜΜΕ, κρίση, άγχη, ενοχές, φόβους, φόνους… Ο συγγραφέας του μιλάει στο Τaλκ. 

 

Γεια σας κ. Παπαθεοδώρου. Καταρχάς συστηθείτε στους αναγνώστες μας.

Γεια σας κι από μένα. Είμαι συγγραφέας νεανικών και παιδικών βιβλίων, ένας άνθρωπος που βρήκε την όποια κλίση του μέσα από το γράψιμο. Ξέρετε, το παράπονό μου μέχρι τα 26 μου ήταν ότι, πέρα από τα μαθήματα, δεν ήμουν καλός σε κάτι άλλο. Δεν είχα ένα χόμπι, δεν ήξερα τι σημαίνει δημιουργική απασχόληση. Ήμουν κοινωνικός και συνάμα μοναχικός κι έτσι προσπάθησα να διοχετεύσω τη μοναχικότητά μου σε κάτι πιο κοινωνικό. Να απευθυνθώ στους πολλούς με κάποιες ιστορίες που θα αρέσουν σε μένα. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα ή σε ποιον βαθμό, αλλά αν μη τι άλλο μέσα από το γράψιμο και τη δημιουργική διαδικασία βρίσκω τη δική μου ηρεμία. Και την αυτοπεποίθηση που δεν είχα παλιά.

Πώς συλλάβατε την ιδέα για το μυθιστόρημα «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄αστέρια»;

Μου άρεσε να πω μια ιστορία, όπου τα όρια μεταξύ των ενόχων να είναι δυσδιάκριτα. Μια ιστορία όπου όλοι να φταίνε και να μη φταίνε ταυτόχρονα κι όπου κανείς δεν θα μπορούσε να καταλογίσει σε κάποιον κάτι κακό ενώ παρόλα αυτά να έχει γίνει κάτι κακό. Δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο, το μυθιστόρημα είναι ένα κείμενο όλων των αποχρώσεων, όλων των χρωματισμών. Ήθελα να πω πως το κακό παραμονεύει στην καθημερινότητά μας, ίσως να το προκαλούμε και εμείς οι ίδιοι με συμπεριφορές που εκδηλώνονται και προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις κι αποτελέσματα, χωρίς να είναι αυτό η αρχική μας πρόθεση. Ήθελα να υπάρχει η έννοια της ευθύνης, των ενοχών. Το βιβλίο το θεώρησα πρόκληση για μένα, απαιτούσε γνώση ψυχολογικών διακυμάνσεων. Κι αν όχι γνώση, τουλάχιστον ενσυναίσθηση. Προσπάθησα να μπω σε κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, να του δώσω διακριτή φωνή. Και προσπάθησα να πω πως η εικόνα που έχουμε για έναν άνθρωπο, δεν είναι πάντα η σωστή. Είναι απλά η δική μας οπτική, που κάποιες φορές βγαίνει σε καλό και κάποιες, όπως στο εν λόγω βιβλίο, σε κακό.

Σε ποιον απευθύνεται αυτό το βιβλίο; Σε εφήβους, σε γονείς, σε εκπαιδευτικούς; Ποιον αναγνώστη φανταζόσασταν απέναντί σας όταν το συγγράφατε και γιατί θα του προτείνατε να το διαβάσει;

Ένα μυθιστόρημα θεωρώ πως πρέπει να απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, ακόμα κι αν δεν τους αφορά άμεσα εκείνη τη στιγμή. Κι αυτό γιατί οι παραλληλισμοί, οι συνδέσεις και οι προβολές που γίνονται στο μυαλό κάποιου, είναι απρόβλεπτοι. Απέναντί μου είχα τον εαυτό μου, ήθελα να γράψω μια ιστορία που να αρέσει πρώτα απ’ όλα σε μένα, αλλά να τη γράψω κατά τέτοιον τρόπο που να απευθύνεται σε νέους. Αν δεν αρέσει αυτό που γράφω σε μένα, τότε δεν μπορώ να έχω την απαίτηση ή την προσδοκία να αρέσει σε κάποιον άλλον. Ο καθένας όμως μπορεί να βρει κάποια στοιχεία μέσα στο βιβλίο που να του φανούν οικεία, που να τον προειδοποιήσουν ή να τον βάλουν σε σκέψεις, αν βέβαια θέλει να τα δει. Η απεικόνιση μιας σκληρής πραγματικότητας, άβολης σε πολλούς, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου.

Είχατε κάποιο στόχο γράφοντας το βιβλίο; Θεωρείτε ότι μετά την ανάγνωσή του ο καθένας από εμάς θα προβληματιστεί τόσο ουσιαστικά ώστε να αλλάξει έστω και λίγο το πώς δρα και αντιδρά στην καθημερινότητά του; 

Αν μου γινόταν αυτή η ερώτηση πριν από χρόνια θα απαντούσα διαφορετικά. Θα έλεγα ότι ένα βιβλίο, όσο και να το θέλει, δεν μπορεί να καταλήξει σε σταυροφορία υπέρ του ενός ή του άλλου σκοπού. Έχω όμως ήδη διαψευστεί ευχάριστα κάποιες φορές, λίγες μεν, αλλά χαρακτηριστικές. Έχω λάβει κατά το παρελθόν κάποια μηνύματα από μαθητές ή πρώην μαθητές, που είχαν διαβάσει τη «Διαπασών» ή το «Ημερολόγιο ενός δειλού», συνειδητοποίησαν κάποια πράγματα και άλλαξαν ρότα προς το καλύτερο, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά τους. Συνεπώς μπορεί κάποιοι να προβληματιστούν ουσιαστικά, άλλοι λιγότερο, άλλοι καθόλου, εξαρτάται από το άτομο και από τη φάση που περνά. Δε θεωρώ όμως κάτι συγκεκριμένο, υποβάλλω μια αναγνωστική πρόταση, που κρίνεται κατά το δοκούν. 

Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε όλα τα θέματα που απασχολούν τους σημερινούς εφήβους (και πολλά από όσα απασχολούν τους ενήλικες) μέσα σε 230 σελίδες, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τον διδακτισμό και την ηθικολογία;

Η ίδια η ζωή, ο χαρακτήρας μας συμπυκνώνει ένα σωρό ομοειδή ή αντιφατικά χαρακτηριστικά. Δεν κινήθηκα βάσει keywords, δεν έψαξα για λέξεις-κλειδιά που να βοηθούν στην ταξινόμηση του βιβλίου. Ήθελα να αναδείξω ή περιγράψω την πολυπλοκότητα των σκέψεων και του χαρακτήρα, ότι όλοι δεν είμαστε μόνο το ένα ή το άλλο, αλλά μια σύνθεση από πολλά περισσότερα πράγματα. Αυτό μας κάνει να μην είμαστε μονοδιάστατοι. Οπότε έγιναν αναφορές σε πολλές προβληματικές που απασχολούν την καθημερινότητά μας και τις συναντάμε πάντα και μαζί. Όσο για το διδακτισμό και την ηθικολογία, θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι από αυτά τα άτομα που κουνούν το δάχτυλο, το απεχθάνομαι αυτό. Για να το πω κάπως πιο ξεκάθαρα, ο τρόπος που γράφω είναι και ο τρόπος που σκέφτομαι.

Πώς επιλέξατε τους χαρακτήρες σας; Ποιον συμπαθείτε περισσότερο και ποιος σας είναι ο πιο αντιπαθής; Γιατί δεν βάλατε τη μάνα της Λένας να μιλήσει και εκείνη σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση;

Η μάνα ήταν ο πιο δύσκολος χαρακτήρας. Επίτηδες την έβαλα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση γνωρίζοντας πως η απόγνωση και η απελπισία της μάνας σε μια τέτοια περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί. Ενίοτε και πολύ επικίνδυνο συγγραφικά γιατί μπορεί να οδηγήσει σε κλισέ και μελό καταστάσεις. Παρόλα αυτά της έδωσα έναν διακριτό ρόλο, ενώ σεβόμενος το δράμα της την κράτησα σε απόσταση. Επίσης έδωσα ανθρώπινη υπόσταση στην αστυνομικό, δεν είναι ανάγκη να περιγράφονται πάντα οι αστυνομικοί με αρνητικό τρόπο. Θα έλεγα ότι όλοι οι χαρακτήρες έχουν συμπαθητικές κι αντιπαθητικές πλευρές κι εγώ που τους βλέπω τώρα δυσκολεύομαι να αγαπήσω ή να μισήσω κάποιον τόσο πολύ. Βρίσκω ελαφρυντικά αλλά και λάθη σε όλους. Ακόμα και οι πιο αντιπαθητικοί χαρακτήρες, όπως ο ψευτοεπαναστάτης Χρήστος, ο αδελφός του θύματος, έχει μια κάποια γοητεία. Χαίρομαι που δεν μπορώ να σταθώ με όρους συμπάθειας/αντιπάθειας απέναντι σε όλους αυτούς, γιατί αυτό σημαίνει πως κι εγώ τελικά μπλέχτηκα, πως κρατώ μια αμφίθυμη στάση. Η αμφιθυμία είναι ένα από τα κέντρα βάρους και τα χαρακτηριστικά του βιβλίου, κατά τη γνώμη μου.

Ήσαστε έφηβος στη δεκαετία του ’80. Τι έχει αλλάξει σχεδόν 40 χρόνια μετά;

Το διαδίκτυο και η διείσδυση της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας σε αυτόν το βαθμό. Ο όγκος της πληροφόρησης και της επιφανειακής ενημέρωσης. Τα σόσιαλ μίντια. Κακά τα ψέματα, μιλάμε πλέον για έναν διαφορετικό κόσμο. Ο πυρήνας όμως του έφηβου είναι ο ίδιος. Υπάρχουν οι φοβίες και οι ανασφάλειες, τα κόμπλεξ, η παρορμητικότητα, όλα αυτά είναι κυρίαρχα και δομικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του νέου. Ο τρόπος όμως που εκδηλώνονται τα προηγούμενα καθώς και οι ανάγκες των σημερινών νέων διαφέρουν, τουλάχιστον ως προς τη μορφή που εξωτερικεύονται.

Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις από τα παιδιά που διάβασαν «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄αστέρια»; Πήγατε σε σχολεία; 

Το βιβλίο κυκλοφόρησε μέσα στο Δεκέμβριο του 2018, συνεπώς είναι ακόμα αρκετά πρώιμο να μιλήσω για σχολεία. Παιδιά φίλων και γνωστών, που το έχουν διαβάσει, έχουν ενθουσιαστεί. Αυτό που μου κάνει όμως εντύπωση είναι πως σε όσα σχολεία έχω πάει κι έχω μιλήσει γι’ αυτό, χωρίς να το έχουν διαβάσει, η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών θέλει τραγικό τέλος, σε αντίθεση με τους ενήλικες που προτιμούν το χάπι εντ. Ίσως γιατί ο ενήλικας βλέπει το βάρος της δικιάς του ευθύνης και κάνει προβολή στα δικά του παιδιά. Οι μαθητές όμως ισχυρίζονται πως έχουν βαρεθεί τη θεματολογία με ευχάριστη κατάληξη, προτιμούν ρεαλισμό.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως «young adult» μυθιστόρημα, απευθύνεται δηλαδή κατά κύριο λόγο σε παιδιά προς το τέλος της εφηβείας και σε νέους ενήλικες. Μήπως το βιβλίο θα ήταν πιο… εμπορικό αν είχε κυκλοφορήσει ως ανάγνωσμα για ενήλικες;

Ενδεχομένως να ήταν, ενδεχομένως να μην ήταν, δεν μπορεί κανείς να προβλέψει με ασφάλεια τις αναγνωστικές συμπεριφορές. Απλά εγώ νιώθω πολύ άνετα στο νεανικό μυθιστόρημα, πιο σίγουρα. Έχω βρει τα πατήματά μου. Δε θα έκανα κάτι απλά και μόνο για την εμπορική επιτυχία. Το βιβλίο δε θα γραφόταν έτσι αν ήταν αμιγώς μυθιστόρημα ενηλίκων. Κακά τα ψέματα δε νιώθω ότι έχω κάτι να πω, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σε αυτό το είδος, το μυθιστόρημα ενηλίκων. Ίσως και να μην αισθάνομαι τόσο επαρκής, να έχω ανασφάλεια. Όμως το βιβλίο απευθύνεται και σε ενήλικες, νομίζω πως έχει μεγαλύτερη αξία να δουν κάποιοι ενήλικες πώς σκέφτονται οι νέοι.

Τελικά, ποιος έφταιγε για ό,τι συνέβη στη Λένα Μανιέ; Ή στον Άλεξ, πολύ παλιότερα, ή στον Βαγγέλη Γιακουμάκη ή πολύ πρόσφατα στην Ελένη Τοπαλούδη και σε δεκάδες άλλα γνωστά και άγνωστα θύματα; Κατά τη γνώμη σας, θύτης είναι μόνο αυτός που δίνει τη χαριστική βολή ή είμαστε όλοι, ως μέλη μιας τοξικής, βαθιά ανήθικης κοινωνίας, εν δυνάμει ένοχοι για ό,τι συμβαίνει γύρω μας; 

Το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα μυθιστόρημα για μια ιστορία βιασμού, για μια δολοφονία. Όπως και το «Ημερολόγιο ενός δειλού» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για το bullying. Ξέρετε, παλιότερα, στα πρώτα μου βήματα είχα στείλει ένα μυθιστόρημα παιδικό σε πολλούς εκδοτικούς οίκους και όλοι το είχαν απορρίψει. Ένας μου απάντησε πως οι χαρακτήρες είναι επίπεδοι, χωρίς βάθος. Τότε αυτό με είχε πειράξει. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως είχαν δίκιο. Κι αυτό με βοήθησε. Το βιβλίο δεν έχει βγει, αλλά μου έμεινε η παρατήρηση του να σκάβω τους χαρακτήρες. Αυτό προσπάθησα να κάνω κι εδώ. Να σκάψω όλη την κοινωνία κατά κάποιον τρόπο ή έστω αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής. Και να πω ότι το θύμα κατασκευάζεται από τον θύτη κι από τον εαυτό του, αλλά ο θύτης κατασκευάζεται από τους άλλους, τους τρίτους, τους φαινομενικά αμέτοχους.

Κλείνοντας, μια ίσως μπανάλ, αλλά ουσιαστική -για μένα- ερώτηση. Μπορεί η λογοτεχνία και η τέχνη εν γένει να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο;

Σε καθολική κλίμακα αμφιβάλλω, η λογοτεχνία δεν παίρνει τόσο συχνά τη μορφή μανιφέστου ή σταυροφορίας. Σε ατομική κλίμακα, σίγουρα ναι, αναφέροντας ως παράδειγμα την αλλαγή ρότας προς το καλύτερο κάποιων νεαρών αναγνωστών, για την οποία μίλησα προηγουμένως. Παλαιότερα ίσως ήταν κάπως διαφορετικά τα πράγματα, χωρίς να το ξέρω με σιγουριά. Για παράδειγμα φαντάζομαι πως διαφορετική επίδραση θα είχαν τα «Ματωμένα Χώματα» όταν πρωτοβγήκαν και διαφορετική θα είχαν αν γράφονταν σήμερα. Και πάλι, αυτό το λέω με επιφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτές οι λίγες έστω περιπτώσεις, τουλάχιστον στις μέρες μας, δεν παύουν να είναι πολύ σημαντικές. Απλά γιατί υπάρχουν και σηματοδοτούν ένα δρόμο, ότι μπορεί και να γίνει κάτι. Αρκεί βέβαια και ο αναγνώστης να είναι δεκτικός ή να το χρειάζεται.

Συνέντευξη στην Αργυρώ Μποζώνη, TheToc - 11 Φεβρουαρίου 2019

Τρεις Έλληνες συγγραφείς μιλούν για το εφηβικό βιβλίο

«Όταν ήμουν έφηβος,  μου άρεσαν πάρα πολλά βιβλία, ετερόκλητα μεταξύ τους πολλές φορές, αλλά θυμάμαι πως είχα μια προτίμηση στο ιστορικό μυθιστόρημα ή στο μυθιστόρημα εποχής. Επίσης και στον Ιούλιο Βερν. Από την άλλη δεν μου άρεσαν καθόλου κείμενα ονειρικά, πιο αφηρημένα, πιο συμβολικά, όπως «Ο μικρός πρίγκιπας». Ήθελα κάτι που να πατά στη Γη, να είναι συγκεκριμένο και σαφές. Τα άλλα τα βαριόμουν» λέει ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, του οποίου το πιο πρόσφατο βιβλίο «Η νύχτα που έσβησαν τ΄ αστέρια (Εκδόσεις Καστανιώτη) μιλά για την εξαφάνιση μιας μαθήτριας της Γ’ λυκείου. Με δέκα βιβλία για έφηβους και νέους στο ενεργητικό του ο Βασίλης Παπαθεοδώρου έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. 

Πιστεύετε οι έφηβοι διαβάζουν περισσότερο ή λιγότερο σήμερα και ποια βιβλία τους ενδιαφέρουν;

Οι έφηβοι σε γενικές γραμμές έρχονται σε επαφή με το γραπτό λόγο πολύ συχνότερα απ’ ότι στο παρελθόν. Προσοχή όμως, λέγοντας «γραπτός λόγος» εννοώ άρθρα και πληροφορίες στο Ίντερνετ, αναρτήσεις, μηνύματα, κ.ά. πέρα από τα μαθήματά τους. Επίσης δε διαβάζουν λιγότερο ή τουλάχιστον πολύ λιγότερο λογοτεχνία από παλιότερα. Συνεπώς ο γραπτός λόγος, η ανάγνωση σε γενικές γραμμές, δεν είναι κάτι που τα απωθεί. Το ζήτημα είναι πως ούτε παλιά διάβαζαν πολλά λογοτεχνικά βιβλία. Συνεπώς δεν πιστεύω ότι το διαδίκτυο είναι εχθρός και ότι αν πάρουμε από τα παιδιά τα tablets θα μεταμορφωθούν εν μια νυκτί σε μανιώδεις αναγνώστες. Απλά τα άλλοθι που δίνουμε εμείς απέναντι στο φαινόμενο ποικίλουν. Πολύ παλιά ήταν το ποδόσφαιρο στη γειτονιά, μετά η τηλεόραση, τώρα τα κινητά. Μα αν υπήρχαν βιβλία που να τα αφορούν πραγματικά, δε θα διάβαζαν περισσότεροι; Δεν εννοώ κάποια μεμονωμένα αναγνώσματα, που σίγουρα τους ενδιαφέρουν και τους κινούν περιστασιακά το ενδιαφέρον, αλλά την εδραίωση μιας άποψης, που περνά μέσα από τα βιβλία, πως τα κείμενα τους αφορούν. Γιατί για τέτοια βιβλία ενδιαφέρονται: Που να τους αφορούν, να μιλούν τη γλώσσα τους κι όχι να τη μιμούνται, να εκφράζουν τα συναισθήματα και τον ψυχισμό τους στο βάθος τους κι όχι επιφανειακά. Αλλά φυσικά παίζει τεράστιο ρόλο και η πρώτη γνωριμία με το βιβλίο, αυτή είναι καθοριστική. Η πρώτη φορά πρέπει να τους αφήσει μια καλή εντύπωση. Συνεπώς οι επιλογές πρέπει να γίνονται προσεκτικά και, ει δυνατόν, εξατομικευμένα.

Θέλοντας να επικοινωνήσετε μαζί τους ποια είναι η θεματική που επιλέγετε;

Επιλέγω να πω μια ιστορία που να αρέσει σε μένα. Βάζω τον εαυτό μου στη θέση τους κι αναρωτιέμαι: Θα μου άρεσε να ακούσω ή να διαβάσω κάτι τέτοιο; Ταυτίζομαι με τον ήρωα; Μπορώ να καταλάβω τη σκέψη του; Μου αρέσουν λοιπόν βιβλία με σύγχρονες θεματικές, με δράση, με προβληματισμό σε δεύτερη ανάγνωση. Αλλά φυσικά δεν είναι μόνο οι σύγχρονες θεματικές που τραβάνε, είναι ο τρόπος γραψίματος κυρίως. Αυτός πρέπει να είναι σύγχρονος. Υπάρχει μια παρανόηση ότι το σύγχρονο, στη σημερινή γλώσσα των νέων, εξωτερικεύεται μέσω εκφράσεων όπως «yolo» ή «λολ» ή «omg». Όχι, δεν είναι έτσι, άλλωστε κι αυτές παλιώνουν εξαιρετικά γρήγορα. Το σύγχρονο εκφράζεται μέσω της ανάδειξης του ψυχισμού και των σκέψεών τους, που εν πολλοίς είναι διαχρονικά.

Ποιο είναι το δικό σας πιο σημαντικό πράγμα για να αφηγηθείτε σε έναν έφηβο και ποιο είναι το μήνυμα (αν υπάρχει κάτι τέτοιο που θέλετε να του περάσετε;) 

Δε θέλω να περάσω μήνυμα. Δε θέλω να περάσω το δικό μου μήνυμα. Ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει να δει, εισπράττει αυτό που είναι σε θέση να εισπράξει. Η ευχαρίστηση της ανάγνωσης είναι το σημαντικότερο μήνυμα άλλωστε. Συνεπώς θεωρώ πιο σημαντικό να αφηγηθώ μια ιστορία. Κι όταν λέω ιστορία εννοώ αρχή, μέση και τέλος, κοινώς πλοκή. Κάτι πρέπει να γίνεται στο βιβλίο, κάτι που θα οδηγήσει σε αλλαγή κάποιων αρχικών χαρακτήρων ή σε αλλαγή τρόπου σκέψης των αναγνωστών, σε δεύτερες σκέψεις τουλάχιστον. Αυτό είναι η κάθαρση, η λύτρωση. Βιβλίο χωρίς πλοκή δε νοείται, αλλά δυστυχώς από πάρα πολλά κείμενα λείπει το σενάριο.

Τι νομίζετε είναι πιο σημαντικό να μάθουν οι έφηβοι σε αυτή την ηλικία;

Τον εαυτό τους και τη θέση τους στον κόσμο, στο μικρόκοσμο που ζουν. Να μάθουν τα όρια και τις δυνατότητές τους και πώς αυτά επηρεάζονται από τους γύρω τους που έχουν ίδια ή διαφορετικά όρια και δυνατότητες. Να μάθουν να συμβιώνουν. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η εφηβοκεντρική θεώρηση είναι πολύ ναρκισσιστική. Ποτέ δε μιλώ για όνειρα, να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Δε μιλώ γιατί αυτό το πράγμα έχει γίνει καραμέλα. Χωρίς όμως να ξέρουν τα όρια και τις δυνατότητές τους, να βάζουν στόχους, να χαράσσουν μια πορεία, πώς θα γίνει να κυνηγήσουν τα όνειρά τους; Συνεπώς, αυτή η συνθηματολογία δε με βρίσκει ένθερμο υποστηρικτή της, με τον εύκολο τρόπο που εκφράζεται τουλάχιστον. Για να «πετάξουν» τα παιδιά με τα «φτερά» τους, πρέπει να μάθουν να στέκονται πρώτα. Στα πόδια τους. Για να πάρουν ώθηση.

Συνέντευξη στην Έρη Βαρδάκη, Last Page, BHMAgazino - 3 Φεβρουαρίου 2019

Πώς ξεκινά η περιπέτεια σας με τη γραφή;

Εντελώς συμπτωματικά θα έλεγα. Όταν τέλειωσα τη θητεία μου στο Ναυτικό, Ιούλιο του ’95, σε μια από αυτές τις ατελείωτες καλοκαιρινές μέρες, κάθισα κι έγραψα κάποιες σκέψεις σε ένα χαρτί. Πιο πολύ ήταν από βαρεμάρα. Οι σκέψεις έγιναν παράγραφος, η παράγραφος κεφάλαιο και μετά βιβλίο κι έτσι άρχισαν όλα. Μπορώ να πω πως η περιπέτεια ξεκινά από την πλήξη μου εκείνης της περιόδου.

Yπήρξε κάποιο έναυσμα για να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο;

Πιστεύω πως ήταν η εσωτερική ανάγκη να έχω μια απασχόληση.  Μέχρι και το τέλος των σπουδών μου δεν είχα κάποιο χόμπι, δεν ήμουν καλός σε κάτι πέρα από τα μαθήματα. Αυτό σε κάποια στιγμή έρχεται στην επιφάνεια, σε κάνει να αναρωτιέσαι τι κάνεις.

Γιατί επιλέξατε τα βιβλία σας να απευθύνονται στο παιδικό και νεανικό κοινό;

Ίσως γιατί ως παιδί ή έφηβος αργότερα είχα μια σχετικά ακύμαντη πορεία, χωρίς εξάρσεις ή συγκρούσεις. Καλά χρόνια, αλλά μοναχικά. Κάποια πράγματα τα ζω με έναν τρόπο ή τα ξαναζώ με διαφορετικό μέσα από τα βιβλία.

Για εσάς πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ ενήλικης και νεανικής λογοτεχνίας; Σε τι συνίσταται η διαφορά τους;

Η λογοτεχνία πρέπει να λογίζεται σαν ενιαίο σύνολο για να υπάρχει η έννοια της συνέχειας στο παιδί και στον νέο. Ότι δεν είναι κάτι διαφορετικό, κάτι παιδιάστικο που απαιτεί προσπάθεια για να περάσεις στη λογοτεχνία ενηλίκων. Φυσικά υπάρχουν διακριτές διαφορές και περιορισμοί, αλλά πάντα μέσα στην έννοια του συνόλου.

Πώς μπορεί ένας ενήλικας να καταλάβει τα θέματα που απασχολούν έναν έφηβο;

Αν θυμόταν πώς ήταν αυτός στην αντίστοιχη ηλικία, με τις ανασφάλειες, τα κόμπλεξ του, την ανάγκη για προσωπική επαφή, αλλά και τον εγωκεντρισμό του ή ακόμα και τις μαύρες, ολόμαυρες σκέψεις του, θα είχε κάνει ένα πολύ μεγάλο βήμα στο να κατανοήσει την εφηβική κοσμοθεωρία.

Είναι οι έφηβοι όσο δύσκολο κοινό θεωρούνται;

Είναι ένα ειδικό κοινό, με τις δυσκολίες του. Υπάρχει φόρτος μαθημάτων, έλλειψη υπομονής και συγκέντρωσης, ανεπαρκής αναγνωστική εμπειρία. Είναι ένα κοινό στην πρίζα. Όταν όμως βρουν ένα βιβλίο να τους αρέσει, πορώνονται.

Θέλετε τα βιβλία σας να έχουν διδακτικό χαρακτήρα;

Όλα τα βιβλία έχουν διδακτικό χαρακτήρα, με την έννοια του επιμορφωτικού. Βλέπεις άλλους χαρακτήρες, ζεις άλλες καταστάσεις. Ο διδακτισμός όμως είναι κάτι άλλο, ένας αόρατος ενήλικας που σε δασκαλεύει. Συνεπώς δεν είναι κάτι καλό. Όχι, το αποφεύγω πάντα.

Ποια είναι η πιο άβολη ερώτηση που σας έχει κάνει ένας έφηβος;

Προτρέπω τους έφηβους να μου κάνουν άβολες ερωτήσεις. Εντάξει, ίσως όχι και τόσο άβολες. Κάποτε με είχε ρωτήσει μαθητής, αν είχα υπάρξει εγώ ποτέ θύτης. Και ναι, είχα υπάρξει, χωρίς να το καταλαβαίνω. Δεν είναι κακό να παραδέχεσαι τα λάθη σου.

Στο τελευταίο σας μυθιστόρημα «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια» (εκδ. Καστανιώτη) μια έφηβη εξαφανίζεται και εννέα άτομα μιλούν για τους εαυτούς τους μέσα από εκείνη. Στο βιβλίο τα παιδιά δεν εξιδανικεύονται. Θίγετε θέματα όπως ο  ρατσισμός, η ομοφυλοφιλία, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, το μπούλινγκ, η βία. Στρέφετε έναν καθρέπτη επάνω τους;

Βάζω καθρέφτη απέναντι σε όλους μας. Όποιος θέλει και μπορεί κοιτάζεται σ’αυτόν. Όμως αυτό που προσπαθώ να δώσω είναι μια ιστορία σκληρή, ωμή ίσως, αλλά σίγουρα χωρίς εξωραϊσμούς.

Το βιβλίο χωρίς να είναι καταθλιπτικό πραγματεύεται δύσκολα θέματα. Δεν φοβάστε μήπως η θεματολογία αυτή σας αποκλείσει από τις σχολικές αίθουσες;

Αν είναι να αποκλειστεί, ας αποκλειστεί. Ξέρω, είναι δύσκολο να μπει σε σχολεία, όμως δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Δεν πρέπει να γράφει κανείς με το μυαλό του σε ένα υποτιθέμενο μάθημα. Θα μου στοίχιζε πολύ περισσότερο αν δεν το έγραφα.

Πώς νιώσατε ακούγοντας λίγες ήμερες μετά την έκδοση του βιβλίου σας την είδηση για τη δολοφονία της φοιτήτριας στη Ρόδο;

Άβολα, είναι άλλωστε η τέταρτη φορά που μου συμβαίνει με βιβλίο μου. Με ρωτάνε πώς γίνεται να «προβλέπω» κάποια πράγματα. Τους απαντώ πώς γίνεται να μη βλέπετε κάποιες ενδείξεις από τα πρώτα στάδια. Δεν προβλέπω, απλά πάρα πολλοί δεν δίνουν σημασία σε γεγονότα, μέχρι που αυτά γιγαντώνονται.

Αλήθεια, η Βουλή των εφήβων πως σας φαίνεται;

Καλών προθέσεων ίσως, αλλά γεροντική, παρωχημένη, όχι αυθόρμητη. Για τα παιδιά που συμμετέχουν είναι ίσως σημαντικό, αλλά μιλάνε πράγματι έτσι; Σαν έκθεση ιδεών; Δεν έχω παρακολουθήσει πολύ, μπορεί και να είμαι άδικος, αλλά μου φαίνεται ο λόγος είναι ξύλινος.

Στο βιβλίο σας το «Ημερολόγιο ενός δειλού» (εκδ. Καστανιώτη) θίγεται το θέμα του μπούλινγκ. Γιατί γίνεται τόσο μεγάλη συζήτηση στις ημέρες μας; Δεν είναι ένα φαινόμενο που υπήρχε πάντα;

Πάντα υπήρχε, κι εγώ υπήρξα θύμα κοροϊδίας. Η κοροϊδία όμως έχει γίνει πλέον διαπόμπευση, έχει μεγαλώσει η ένταση, η αγριότητα του φαινομένου. Πάντως δεν είναι όλες οι πράξεις bullying, υπάρχουν και οι απλά κακές πράξεις από ανοησία.

Πού κινείται σήμερα το παιδικό/εφηβικό βιβλίο; Υπάρχει ένας  καταιγισμός τίτλων…

Η ελληνική παραγωγή, κειμενικά, κινείται σε μέσα επίπεδα και παρακάτω. Υπάρχουν φυσικά και πολύ καλά βιβλία. Όμως η νοοτροπία του να βγαίνουν βιβλία με συγκεκριμένη θεματολογία, λέξεις κλειδιά, χωρίς λογοτεχνική επιμέλεια, χωρίς τόλμη κάνει κακό. Διώχνει δυνητικούς αναγνώστες. Η κουβέντα είναι τεράστια.

Ποιο βιβλίο άλλαξε τον τρόπο σκέψης σας;

Συγγραφικά, πάρα πολλά. Έχω ποικίλες επιρροές. Τα περισσότερα όμως βιβλία που μου άρεσαν, έχουν προσθέσει ένα λιθαράκι στον τρόπο σκέψης μου.

Βάλτε μας στο δημιουργικό σας εργαστήριο. Τι χρειάζεστε για να γράψετε;

Κυρίως διάθεση και μια ιδέα που την έχω στρώσει στο μυαλό μου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το κείμενο το βλέπω κάπως σαν ένα παζλ, πρέπει να βρω και να συνταιριάξω τα περισσότερα κομμάτια για να αποφασίσω να το γράψω. Πάντα ξέρω πού θα καταλήξω και τι θέλω.

Ποιο είναι το καλύτερο σχόλιο που σας έχει κάνει ποτέ αναγνώστης σας;

Ότι δεν είχε διαβάσει ποτέ λογοτεχνικό βιβλίο πιο πριν και το δικό μου του άρεσε. Ή ότι μιλώ τη γλώσσα των εφήβων. Ή ότι έχει διαβάσει κάποιο βιβλίο μου δυο και τρεις φορές. Είναι πολλά τα καλά σχόλια και μου δίνουν ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης και πληρότητας.

Eχετε τιμηθεί πολλές φορές, μεταξύ άλλων δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας , ενώ τρία μυθιστορήματά σας έχουν συμπεριληφθεί στους ετήσιους καταλόγους  White Ravens, της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νεότητας Μονάχου, με τα διακόσια καλύτερα βιβλία παγκοσμίως.  Ποια είναι η αξία ενός βραβείου για εσάς;

Τα θεωρώ σημαντικά, όχι μόνο από πλευράς ικανοποίησης μιας κάποιας ματαιοδοξίας, αλλά επειδή ένα βραβείο σου βάζει ορισμένα ποιοτικά όρια, κάτω από τα οποία δεν πρέπει να πέσεις. Βέβαια είναι στο χέρι σου να τηρήσεις αυτά τα όρια.

Ο έφηβος εαυτός σας θυμάστε να μοιάζει με τους σημερινούς εφήβους;

Στον πυρήνα, ναι. Ανασφάλειες, φόβοι, κόμπλεξ υπήρχαν και θα υπάρχουν σε όλους τους έφηβους. Η τεχνολογία όμως έχει δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική γενιά, πιο γρήγορη, πιο ανυπόμονη. Πλέον μιλάμε για προ Ίντερνετ και μετά Ίντερνετ εποχή. Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που μπορώ κάπως να παρακολουθήσω και να κατανοήσω αυτή τη γενιά.

Interview to Vassiliki Nika, Bookbird Volume 56, Number 2, 2018

1. Which are the issues of great concern that mostly interest children and young people when reading books?

The differentiation between children and young people, as you said, is very crucial regarding the issues. Young people like stories with fun, extraordinary creatures, paranormal phenomena. They also like to see pictures and colors. The reason behind this is that children want to discover the world as a whole, they are very curious, they want to see and learn. Better said, it is not only a reason, it is a need. But as they grow up the trend is to discover other people (parents, classmates, friends, etc), while as teenagers their need is to discover themselves. Questions like “who am I?”, “what am I gonna do?”, “how can I approach this situation?”, are their main concern. At the age of 12-14 information about relationships, friendships, family issues, about their sexuality, about their limits in general, are in the center of their attention. Of course every country has its own topics of interest but most topics, such as the before mentioned, are of global interest, they are universal. Another key element is that the older the children the lesser their need for illustrated books, because they don’t have to visualize the heroes of the story, they prefer to shape them with their own imagination.

2. Which one of your books has international impact so as to be translated in different languages?

One thing that characterizes my books, in my opinion, is that I prefer to write somehow “universal”. That means, the heroes don’t have necessarily Greek names, they don’t live necessarily in Greek towns or villages, on the contrary. Of course I don’t have a future translation in mind, I simply feel more free if the information, the plot, the persons don’t carry ethnical or regional boundaries. Therefore I think that most of my books could be translated in different languages. Books like “Lords of the trash” or “The long journey of the Chinese ducks”, an ecological dystopia for young adults and an ecological adventure for middle age kids respectively, are somehow influenced by readings form non-greek authors or by movies. “Yes, Virginia, there is a Santa Claus”, a Christmas book, refers to the most famous American editorial of all time. I try to speak an ecumenical language, including topics such as ecology, friendship, bullying, love and forgiveness, happiness, etc. I also mention “Flying pages”, “The pink flamingo’s white strike” and “Karl, Fritz and the egg of happiness”. The main idea of many of my books derives from a real event, which has happened in a place, somewhere in the past, and from which I have been informed by an article in a newspaper or by Internet. Real stories are often the better ones.

3. Some of your books have been translated in Turkish. Do you think there are many common interest between children and young people in both countries

As I have already mentioned before, there are some topics, some universal issues that are of great interest among young readers worldwide. Of course, Turkish and Greek people have additional things in common. They share a part of history, they carry elements of a common background. Even many words are common in both countries. The neighborhood between Turkey and Greece, some common snapshots of history also mean a similar way of life, similar reactions, similar emotions. The place has here a key role in the formation of a “Mediterranean” mentality. I would say that both, Greek and Turkish children and young people, are somehow connected, they react the same way, they even dream the same way, they express themselves the same way; only in different languages. For sure I only speak of similarities between the two nations, I don’t overlook the importance of many other factors, such as religion, history, customs, etc. But in my opinion and compared to other nations or combinations, Greeks and Turks have many things in common.

4. How would you describe your experience from meeting young readers in Greece and Turkey?

My experience in Istanbul was somehow apocalyptic for me. I must say that I only visited private schools, while in Greece I visit both, public and private. Private schools mean in Turkey that the parents and pupils belong to the upper-middle class, a very dynamic class that cares about its education. So, they invest in it. The reason for this apocalypses was that the language wasn’t a barrier at all for my communication with the children and teenagers there. The conversations I had with them were of great quality. Another impressive fact was that I saw people with real love for books, they asked, they bought, they have read, they were involved at that young age in the publishing matters. I saw dozens of school busses, visiting the Istanbul International Book Fair, enthusiastic teenagers walking around, asking and searching for specific books, potential readers living a book experience. All the Turkish pupils I have met were by no means indifferent, they all were very well prepared and honored my visit as an event. Their approach towards the writer was wisely balanced, a mixture of respect and friendship. I don’t always get the same impressions here in Greece, where some times the audience doesn’t really know what is about, which is very disappointing, but of course the sample of Turkish readers and pupils I have seen is extremely smaller. I always enjoy my trips there, I really feel familiar with the audience, even in big theaters where the number of the participants is very large. And of course, and I don’t mention this as a compliment, my memories from my visits there are very strong. I wish I would meet the same enthusiasm everywhere in Greece.

Συνέντευξη στη Σταυρούλα Τσούτσα, Εθνικός Κήρυξ (Νέας Υόρκης) - 17 Δεκεμβρίου 2018

Βασίλης Παπαθεοδώρου: Ο συγγραφέας που συναρπάζει τους έφηβους αναγνώστες

Δεν είναι πάντα εύκολο να πείσεις έναν έφηβο ότι πρέπει να διαβάζει βιβλία, ιδιαίτερα αν ζει στην Αμερική και τα βιβλία είναι στα Ελληνικά. Στην περίπτωση αυτή, το βιβλίο θα πρέπει να είναι γραμμένο σε κατανοητή γλώσσα, με καταιγιστική πλοκή και συνεχείς ανατροπές, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες που μιλούν στην ψυχή των νέων. Ευτυχώς για εμάς, υπάρχουν τα βιβλία του Βασίλη Παπαθεοδώρου.

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου είναι συγγραφέας παιδικών κι εφηβικών βιβλίων. Γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα και σπούδασε μεταλλειολόγος και χημικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ενώ έκανε μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Το 1996 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Σχολική Παράσταση» το οποίο βραβεύτηκε στον διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Τα περισσότερα από τα βιβλία που ακολούθησαν έχουν αποσπάσει σημαντικά βραβεία και διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Μάλιστα, πέντε από τα βιβλία του διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους. Σήμερα εργάζεται ως αναλυτής κινδύνων σε μεγάλη τράπεζα.

Έχετε ασχοληθεί συστηματικά με το παιδικό και εφηβικό βιβλίο. Για ποιους λόγους το επιλέξατε ως είδος και πόσο εύκολο είναι για έναν συγγραφέα να απευθύνεται στο συγκεκριμένο κοινό;

Η επιλογή έχει μάλλον να κάνει με το να ξαναζήσω έμμεσα τα εφηβικά και νεανικά μου χρόνια. Ξέρετε, δεν ήμουν πολύ «εκρηκτικός» σαν έφηβος, ήμουν ήρεμος και φλατ. Έτσι κάποια πράγματα δεν τα έζησα ίσως τόσο έντονα τότε, όσο συνηθίζεται ή όσο θα έπρεπε. Συνεπώς μέσω των βιβλίων μου υπάρχει μια προβολή δική μου στα χρόνια εκείνα.

Τι σημαίνει η συγγραφή για εσάς;

Ανάγκη, αυτοπεποίθηση, δημιουργικότητα. Μέχρι να ασχοληθώ με τη συγγραφή δεν έκανα κάτι άλλο ως απασχόληση, εννοώ δεν είχα κάποια ιδιαίτερη κλίση. Ούτε στη μουσική, ούτε στον αθλητισμό, ούτε κάπου αλλού. Έτσι το να γράφω ιστορίες ήταν σαν δώρο, που το ανακάλυψα ξαφνικά. Άσχετα από το αν αρέσουν ή όχι τα βιβλία μου, εγώ είμαι πολύ ευχαριστημένος που κάνω κάτι δημιουργικό.

Το καινούριο βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα.

Ποια θέματα σας ελκύουν περισσότερο, για να τα κάνετε ιστορίες;

Σε πιο παιδικά βιβλία χρησιμοποιώ πολύ πραγματικά περιστατικά, ιστορίες που έγιναν και αξίζει να τις πει κάποιος, να ακουστούν. Είναι αυτό που λέμε, πως η ζωή πλάθει τις καλύτερες ιστορίες. Σε βιβλία για μεγαλύτερες ηλικίες, στα εφηβικά ή νεανικά μου, χρησιμοποιώ καθαρή μυθοπλασία. Μου αρέσει να περιγράφω καθημερινές καταστάσεις, με καθημερινούς ανθρώπους και προβλήματα. Πάνω απ’ όλα όμως θέλω να γράφω τις ιστορίες που θα μου άρεσαν να ακούσω. Γράφοντας έχω πάντα στο μυαλό μου μια εικόνα, μια σκηνή, κινηματογραφική σκηνή ή από σειρά. Μετά πιάνω αυτές τις εικόνες, τις συνδέω και τις επεκτείνω. Έχω επηρεαστεί πολύ από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Αν κάποιος δε γνωρίζει το συγγραφικό σας έργο, με ποιο από τα βιβλία σας θα του προτείνατε να ξεκινήσει και γιατί;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτό εξαρτάται από την ηλικία και την αναγνωστική εμπειρία του καθενός. Φαντάζομαι πως το «Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης» για μικρότερα παιδιά ή τα «Χνότα στο τζάμι», «Στη διαπασών» και «Το ημερολόγιο ενός δειλού» για μεγαλύτερα, είναι πιο αντιπροσωπευτικά. Όμως η μαγεία του βιβλίου και της ανάγνωσης είναι ακριβώς αυτή: Άλλο να αρέσει στον έναν και άλλον στον άλλον, να μην υπάρχουν κανόνες. Ο καθένας έλκεται ή απωθείται από κάποιο βιβλίο για χίλιους λόγους. Αυτή είναι άλλωστε η αξία των βιβλίων, να αγγίζουν τους αναγνώστες με διαφορετικό τρόπο και διαφορετική ένταση.

Ποιο από τα βιβλία σας σας δυσκόλεψε περισσότερο και γιατί;

Με δυσκολεύουν πάντα τα πιο παιδικά βιβλία, στα εφηβικά δεν συναντώ κανένα πρόβλημα. Παρόλο που τα νεανικά εξ’ ορισμού από πλευράς δομής και σεναρίου είναι πιο πολύπλοκα, έχουν περισσότερους βαθμούς ελευθερίας από ένα καθαρά παιδικό. Κι αυτό γιατί μπορώ να μπω έμμεσα στη θέση ενός νέου ατόμου, αλλά στη θέση ενός παιδιού δεν μπορώ να μπω. Δεν ξέρω με τι γελάει, τι το ενδιαφέρει, τι το στενοχωρεί. Μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω, χωρίς ποτέ να είμαι σίγουρος. Έπειτα υπάρχει κι αυτή η τάση μου να πηγαίνω στη γραφή προς πιο μεγάλες ηλικίες, αυτό σημαίνει πως πρέπει να ζοριστώ για να γράψω πιο απλές και κατανοητές λέξεις για τα μικρά παιδιά.

Πώς δημιουργείτε τους ήρωες των ιστοριών σας; Για παράδειγμα, στα «Χνότα στο Τζάμι» η Ρόουζ, το κοριτσάκι που αντιστέκεται στους κανόνες μιας κοινωνίας δυσλειτουργικής, είναι υπαρκτό πρόσωπο;

Παρατηρώντας κυρίως. Κανένας ήρωας δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, όλοι έχουν κάποια στοιχεία από διάφορους χαρακτήρες που έχω συναντήσει. Με τα χρόνια έχω εξοικειωθεί με ψυχολογικά ζητήματα, ένας χαρακτήρας είναι κάτι πολύ σύνθετο, όχι μόνο άσπρο-μαύρο. Η Ρόουζ είναι συμβολικά η αθωότητα μιας κοινωνίας, που προσπαθεί να αντισταθεί με τον τρόπο της. Ακόμα και το όνομά της είναι συμβολικό «Ρόουζ = τριαντάφυλλο». Στα νεανικά μου βιβλία με βοηθά πολύ η επαφή που έχω στα σχολεία με μαθητές ή και στο Facebook ακόμα. Πολλοί μαθητές επικοινωνούν μαζί μου, άλλοι μου έχουν πει κάποια προσωπικά τους προβλήματα, άλλοι έχουν ζητήσει τη συμβουλή μου, άλλοι μου έχουν περιγράψει πώς τα περνάνε, τα προβλήματά τους με τα διαβάσματα κ.λπ. Και πάντα αυτοί αρχίζουν πρώτα την κουβέντα, εγώ είμαι εκεί, δίπλα τους, αν με χρειαστούν για να μιλήσουν σε κάποιον. Και όποτε με χρειαστούν.

Με ποιον από τους ήρωές σας έχετε τα περισσότερα κοινά στοιχεία;

Θα απαντούσα με όλους και με κανέναν. Στοιχεία δικά μου υπάρχουν διάσπαρτα σε όλους τους ήρωες, όχι μόνο ιδιότητες που έχω αλλά και ιδιότητες που θα ήθελα να έχω και δεν τις διαθέτω. Κατά κύριο λόγο αυτά τα κοινά στοιχεία είναι πιο εμφανή στα νεανικά μου μυθιστορήματα παρά στα παιδικά.

Αν θα μπορούσατε να συναντήσετε τώρα τον έφηβο εαυτό σας, τι θα του λέγατε;

Βγάλε κάποια βάρη και κάποια άγχη από πάνω σου, δε χρειάζεται να τα κουβαλάς.

Οι έφηβοι της δεκαετίας του ’80 και οι σημερινοί έφηβοι. Θα μπορούσαν να συνυπάρξουν στην ίδια παρέα;

Δεν ξέρω, ειλικρινά. Φαντάζομαι πως ναι. Οι σημερινοί έφηβοι όμως έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει με το Ιντερνετ και τα κινητά, εμείς τα μάθαμε όλα από την αρχή. Μάθαμε να αναζητάμε πράγματα, να πορωνόμαστε με ένα δίσκο μουσικής, γιατί για εμάς σήμαινε προσμονή, λαχτάρα, αποταμίευση. Δεν τα είχαμε όλα μπροστά μας να διαλέξουμε τι θέλαμε εκείνη τη στιγμή.

Μόλις κυκλοφόρησε το καινούριο σας βιβλίο «Τη νύχτα που έσβησαν τα αστέρια». Θέλετε να μας το παρουσιάσετε;

Είναι το πιο ενήλικο βιβλίο από τα νεανικά μου, αλλά και συνάμα το πιο σκληρό. Μιλάει για την εξαφάνιση μιας μαθήτριας της Γ’ Λυκείου και τι αντίκτυπο έχει αυτό το γεγονός στον περίγυρό της. Όλοι αισθάνονται τύψεις κι ενοχές κι επειδή δεν μπορούν να τις διαχειριστούν, στο τέλος τις φορτώνει ο ένας στον άλλον. Είναι ένα στοίχημα για μένα, σκεφτόμουν να γράψω κάτι πιο εύκολο κι εμπορικό στη θέση του. Ευτυχώς όμως επέμεινα στον κάπως δύσκολο δρόμο. Θα το μετάνιωνα αν δεν το είχα γράψει.

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Χοχτούλα, Maxmag.gr - 9 Νοεμβρίου 2018

Βασίλης Παπαθεοδώρου: Ο συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων, μας «ανοίγει» την ψυχή του

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σπουδαιότερους συγγραφείς παιδικών και εφηβικών βιβλίων.

Σπούδασε μεταλλειολόγος και χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ, ενώ έχει και μεταπτυχιακό στη Διοίκηση επιχειρήσεων. Η αγάπη του για την συγγραφή βιβλίων δεν άργησε να έρθει. Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» (2008, 2010) για τα βιβλία του «Χνότα στο τζαμί» και «Στη διαπασών». Επίσης έχει αποσπάσει άλλα έξι λογοτεχνικά βραβεία για διάφορα έργα του από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου. Ευπροσήγορος, φιλικός, και γεμάτος ενέργεια δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη το αίτημα επικοινωνίας μου στα social media. Λόγω έκτακτων υποχρεώσεων, η συζήτηση μας πραγματοποιήθηκε μέσω email. Μου μίλησε για όλα όσα τον απασχολούν και αγαπά: τα παιδιά, τους έφηβους, τη λογοτεχνία, τα βιβλία, τα παραμύθια, τη συγγραφή και την εκπαίδευση.

Παιδικά χρόνια-εφηβεία-σπουδές-επαφή με τη συγγραφή παιδικών-εφηβικών βιβλίων.

Ήμουν ένα υπάκουο παιδί, χωρίς ξεσπάσματα. Ένα μοναχικό παιδί, κυρίως στο δημοτικό. Γι’ αυτό και πραγματικά τα βιβλία μου έκαναν παρέα, τα χρειαζόμουν. Αλλά ήταν ωραία τα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια, αυτό μπορώ να το πω με σιγουριά. Όχι, δεν είχα δύσκολα παιδικά χρόνια, αντιθέτως είχα μάλλον εύκολα. Αλλά ακύμαντα, επίπεδα. Ίσως γι’ αυτό μέσω της εφηβικής και νεανικής λογοτεχνίας προσπαθώ κάπως να ξαναζήσω την εφηβεία μου με μεγαλύτερη ένταση. Πιστεύω ότι αυτό υπήρχε σαν ανάγκη μέσα μου κι έτσι η ενασχόληση με αυτό το είδος της λογοτεχνίας ήρθε αβίαστα.

Η τύχη έπαιξε κι εδώ το ρόλο της, τυχαία έπεσε στα χέρια μου μια προκήρυξη διαγωνισμού, όπου έβαλα τα δυνατά μου, πήρα μέρος και το ανέκδοτο κείμενο βραβεύτηκε. Όταν μου το ανακοίνωσαν στο τηλέφωνο ένιωσα απέραντη ευτυχία. Είχα κάνει κι εγώ κάτι επιτέλους, γιατί, ας σημειωθεί, σε όλη τη διάρκεια των παιδικών και νεανικών μου χρόνων δεν είχα κάποια ιδιαίτερη κλίση σε κάτι, ούτε στη μουσική ούτε στον αθλητισμό ούτε σε τίποτα. Έτσι, παρόλο που ήμουν πολύ καλός μαθητής, νόμιζα ότι αυτό μόνο μπορώ να κάνω, να είμαι μια ζωή πολύ καλός μαθητής. Όταν όμως θα τελείωνα με τα μαθήματα; Έτσι αυτή η βράβευση ήρθε σαν δώρο, επιτέλους είχα βρει μια κλίση, κάτι που να μ’ενδιαφέρει να ασχοληθώ.

Τελικά…Τι είναι παιδί…Τι παιδικό βιβλίο…και πόσο «βαριά είναι η σημασία του για το παιδί…;»

Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς σε αυτή την ερώτηση χωρίς να καταφύγει σε κλισέ. Θα μπορούσα να πω τα γνωστά, τα παιδιά είναι το μέλλον, το αύριο, η ελπίδα και η χαρά. Αυτό μπορεί μεν να ισχύει αλλά τα παιδιά είναι κάτι ζωντανό στο τώρα, έχουν ανάγκες, δικαιώματα, υποχρεώσεις. Συνεπώς το βιβλίο πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες της κάθε ηλικιακής ομάδας και ταυτόχρονα να προάγει το χαρακτήρα και το πνεύμα των παιδιών. Ένα κακό βιβλίο, με διδακτισμό, χωρίς πλοκή κτλ, δεν βοηθά στην ανάπτυξη, πνευματική, συναισθηματική κι αισθητική, ενός παιδιού.

Ποια είναι τα όρια της παιδικής λογοτεχνίας; Τι προσφέρει; Πιστεύετε πως σε μια εποχή καταιγισμού πληροφοριών και γνώσης η ελληνική οικογένεια και η εκπαίδευση προωθούν την φιλαναγνωσία; Την εποικοδομητική σχέση παιδιού-βιβλίου;

Εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρανόηση καθώς συνηθίζεται η λογοτεχνία που καλύπτει ηλικίες μέχρι 18 ετών να ονομάζεται παιδική ή εφηβική. Επί της ουσίας είναι το πιο πολύπλοκο είδος λογοτεχνίας ως προς τον ορισμό, αφού έχουμε προσχολική, πρωτοσχολική, προεφηβική, εφηβική, μετ’ εφηβική, νεανική φάση ενός ανθρώπου. Όσοι γράφουν για παιδιά δεν είναι παραμυθάδες. Μάλιστα το παραμύθι σαν είδος, το κλασικό παραμύθι εννοώ, δεν αναπτύσσεται τόσο όσο τα άλλα είδη, έχει μείνει κάπως πίσω. Ως προς τα όρια πιστεύω πως κάθε πράγμα μπορεί να ειπωθεί, προσαρμοσμένο στην ηλικία και στην πνευματική αντίληψη του κάθε παιδιού. Στα κλασικά παραμύθια, το μήλο ή ο λύκος π.χ. είναι η απεικόνιση του κινδύνου.Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια νεοσυντηρητική τάση να προστατεύονται τα παιδιά από καταστάσεις, εικόνες ή νοήματα που εμπεριέχουν «βία». Γιατί; Αν ειπωθούν όλα σωστά και προσαρμοσμένα, τότε το παιδί θα είναι καλύτερα προετοιμασμένο γι’ αυτά που θα συναντήσει, δεν ωφελεί να είναι κλεισμένο σε γυάλα.

Στην Ελλάδα γίνονται σημαντικές προσπάθειες για τη διάδοση της φιλαναγνωσίας, δεν ξέρω όμως αν φέρνουν αναλογικά τα ποθητά αποτελέσματα. Θεωρώ λάθος να γίνεται σχεδόν ψυχαναγκαστικό για το παιδί πως πρέπει να αγαπήσει το βιβλίο, θεωρώ λάθος να προσκαλούνται συγγραφείς σε σχολεία χωρίς να έχουν διαβαστεί βιβλία. Δε συμφωνώ με το προσχηματικό της διαδικασίας του να διαβαστεί ένα βιβλίο και μετά να δουλευτούν άλλα πράγματα. Και φυσικά είμαι αντίθετος σε όλα αυτά τα βιβλία που κυκλοφορούν και διαφημίζονται ως «ένα βιβλίο για τη διαφορετικότητα», «ένα βιβλίο για την οικολογία» κλπ. Ένα βιβλίο είναι κάτι πολυσήμαντο, όχι για ένα πράγμα μόνο. Αλλά πρωτίστως η ανάγνωση είναι για απόλαυση και χαρά, όχι για εξαγωγή διδαγμάτων με τόσο άμεσο τρόπο.

Διακρίσεις…Βραβεία:

Χαίρομαι αφάνταστα με τις διακρίσεις, είναι σαν κάτι να μου λέει πως βρίσκομαι σε καλή πορεία, σε ένα σωστό δρόμο. Δε θα πως αυτό το κλισέ πως προτιμώ τις αγκαλιές των παιδιών ή πως ένα παιδικό πρόσωπο είναι το σημαντικότερο βραβείο. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Σημαντικά και τα δύο, γιατί σημαίνουν αναγνώριση του έργου σου από διαφορετικές ομάδες ανθρώπων.

Όχι, δεν είμαι από αυτούς που θα σνομπάρουν τα βραβεία αλλά θα τα κυνηγούν και θα τα ποθούν σαν τρελοί. Κάθε πράγμα είναι σημαντικό αρκεί να το τοποθετήσουμε στις σωστές του διαστάσεις, να μην επαναπαυτούμε, να το έχουμε σαν εφαλτήριο για κάτι άλλο. Σαν ένα σκαλοπάτι για να προσπαθήσουμε πιο πολύ για κάτι καλύτερο. Καλοδεχούμενα τα βραβεία, αλλά δεν είναι το παν. Πιο σημαντικό είναι να ξέρεις, να πιστεύεις και να νιώθεις πως έγραψες κάτι για το οποίο είσαι περήφανος, το οποίο βγήκε πολύ καλό για τα δικά σου στάνταρντ.

Εμπειρίες με παιδιά, γονείς, εκπαιδευτικούς, και άλλους φορείς-απογοητεύσεις: Η μόνη ελπίδα είναι τα παιδιά που σε κάνουν να βλέπεις ακόμα το ποτήρι μισογεμάτο…

Έχω απογοητευτεί πάρα πολλές φορές. Μίλησα παραπάνω για τον ψυχαναγκασμό που φέρει ο όρος «φιλαναγνωσία», πως είναι λάθος αυτό. Μίλησα για τις λέξεις-κλειδιά που γίνεται η επιλογή βιβλίων. Κακά τα ψέματα, τα παιδιά έχουν χρόνο, αλλά δεν τους αρέσει το διάβασμα. Ανέκαθεν το συσχέτιζαν με κάτι βαρετό. Αν δεν το βαριόντουσαν τότε θα έβρισκαν χρόνο. Αλλά όλο αυτό οφείλεται εν πολλοίς στους ενήλικες. Συγγραφείς, εκδότες, γονείς κι εκπαιδευτικοί πρέπει να είναι υπερβολικά προσεκτικοί στις επιλογές τους, να μη συστήνουν κακά βιβλία, να μη βγάζουν αδιάφορα κείμενα.

Κυριαρχεί η τάση του «συμπαθητικό» για ένα βιβλίο, μέτρια κείμενα που λένε κάτι αλλά μετά ξεχνιούνται, είναι σαν να μη διαβάστηκαν ποτέ. Δεν πρέπει να βγαίνουν βιβλία με μόνο σκεπτικό του να αρέσουν στους γονείς για να τα αγοράσουν για τα παιδιά. Τα γούστα διαφέρουν ριζικά. Πηγαίνοντας σε τάξεις γυμνασίων και λυκείων βλέπω όμως το ποτήρι μισογεμάτο, εξαιτίας των παιδιών. Κάνουν πολύ καλές κουβέντες, έχουν πολλούς προβληματισμούς. Η απογοήτευση είναι αυτό με τα όνειρα και τις επιθυμίες. Κανείς δεν τους έχει πει ότι πρέπει να προσπαθήσουν πολύ, κανείς δεν τους έχει δείξει έναν τρόπο. Τα τσιτάτα και οι ατάκες είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, εξαιρετικά ανώδυνο, δε σημαίνουν τίποτα αν δεν ακολουθούνται από έναν μπούσουλα και ξεσηκώνουν ή ενθουσιάζουν δυσανάλογα πολύ τους μαθητές. Προσωπικά τις αποφεύγω αν δεν μπορώ να τις συμπληρώσω με κάτι πιο πρακτικό και χειροπιαστό, θεωρώ πως κάνω κακό.

Όσο για τη διεργασία συγγραφής;

Γράφω μόνο όταν έχει σχηματιστεί η ιδέα, ο κορμός στο μυαλό μου. Συμπληρώνω: Όταν ξέρω όλη την υπόθεση, αρχή, μέση και τέλος. Ποτέ δεν έχω γράψει βιβλίο με το σκεπτικό «να δω πού θα με οδηγήσει», σε αυτό έχουν συμβάλλει πολύ οι σπουδές μου ως μηχανικού. Θέλω να έχω μπροστά μου όλα τα δεδομένα. Στο μυαλό μου υπάρχουν αρκετές ιδέες εδώ και πολλά χρόνια, που δεν έχω κάτσει να τις γράψω ακριβώς επειδή δεν έχουν ολοκληρωθεί, το παζλ είναι ημιτελές. Για μένα το άλφα και το ωμέγα για ένα βιβλίο είναι η πλοκή, η ιστορία.

Πρέπει να θέλω να πω μια ιστορία, από αυτές που μου αρέσουν κι εμένα να ακούω, για να ασχοληθώ. Κι όταν λέω ιστορία δεν εννοώ «μια ιστορία για το bullying» ή «μια ιστορία για την πρώτη μέρα στην τάξη», αλλά ένα σενάριο. Εικόνες βλέπω και τις μεταφέρω σε κείμενο, τις αποκωδικοποιώ. Συνεπώς οι ταινίες, οι σειρές, τα βιντεοκλίπ για μένα είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο και υποβοηθητικό εργαλείο. Για το αν ξεχωρίζω κάποιο, δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Πάντα προκρίνω το τελευταίο μου κείμενο, διότι με αυτό έχω δεθεί, δεν έχω φύγει ακόμα από την επίδρασή του, έχω αγωνία για το πώς θα πάει. Παρόλα αυτά έχω δεθεί και με κάποια άλλα βιβλία (όχι όλα), είτε γιατί θυμάμαι την περίοδο που τα είχα γράψει, είτε γιατί σημαίνουν κάτι παραπάνω για μένα.

Έξι από τα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματά του (Το μήνυμα, Οι Εννέα Καίσαρες, Χνότα στο τζάμι, Στη διαπασών, Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας, Ιπτάμενες σελίδες) διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους:

Είναι σημαντικό για μένα να έρχομαι σε επαφή με φοιτητές από τα Παιδαγωγικά τμήματα, είναι οι αυριανοί εκπαιδευτικοί. Αποδίδω μεγάλη σημασία σε αυτές τις συναντήσεις και στις συζητήσεις που γίνονται, διότι η ανταλλαγή φρέσκων ιδεών βοηθά πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά επίσης θεωρώ και πολύ μεγάλη τιμή για μένα που τα βιβλία μου έχουν μπει ως μέρος της ύλης ή διπλωματικών εργασιών σε αυτές τις σχολές. Κάποια πράγματα δεν είναι αυτονόητα, ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ αυτό το πράγμα. Συνεπώς νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη προς όλους αυτούς που ασχολούνται με τα κείμενά μου, δεν είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν.

Εν έτη 2018 οι ενήλικοι καθημερινώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με πολλά «παραμύθια..»(κυρίως από την πολιτική). Όμως για τα παιδιά τα παραμύθια νοηματοδοτούν έναν άλλο κόσμο…

Θα απαντήσω κάτι ανορθόδοξο: Δεν ξέρουμε τι ακριβώς μπορεί να πάρει κάποιο παιδί από ένα παραμύθι. Άλλα παιδιά καταπολεμούν τους φόβους τους, άλλα διασκεδάζουν, άλλα μαθαίνουν, κάποια επιβεβαιώνονται, σε άλλα ανοίγει η φαντασία τους. Υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε για το τι ακριβώς βρίσκει ένα παιδί σε κάποιο παραμύθι και από τι έλκεται, ανεξάρτητα από αυτό που θα μας εκφράσει. Ακριβώς γιατί τα παραμύθια τις περισσότερες φορές δρουν υποσυνείδητα. Πιστεύω ότι όλα τα παραπάνω ενυπάρχουν στις ιστορίες, τα ποσοστά διαφοροποιούνται από άτομο σε άτομο.

Ως παιδί δε θυμάμαι να έχω διαβάσει πολλά παραμύθια, με τη μορφή που τα έχουμε στο μυαλό μας. Διάβαζα Κλασσικά Εικονογραφημένα, διάβαζα ιστορίες με ιππότες ή ινδιάνους και διάβαζα διασκευές έργων της κλασσικής λογοτεχνίας, όπως «Πρίγκηπας και φτωχός» ή «Ιστορία δυο πόλεων». Αλλά δε θα ξεχωρίσω κάποιες στιγμές, ίσως γιατί σε όλα αυτά έβρισκα «καταφύγιο» και ευχαρίστηση. Οπότε από όλα αυτά τα αναγνώσματα έχω κάτι να θυμάμαι.

Νέο βιβλίο:

Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το καινούριο νεανικό μου μυθιστόρημα «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια». Είναι ένα σκληρό ανάγνωσμα που δεν ξέρω πώς θα πορευτεί εμπορικά λόγω θέματος. Όπως και να τα πάει όμως είμαι πολύ ικανοποιημένος που δεν ακολούθησα κάποια δοκιμασμένη συνταγή, που είδα κάποια πράγματα εντελώς διαφορετικά, που έγραψα κάτι που με εκφράζει απόλυτα αυτή τη στιγμή. Αν δεν το συνέχιζα, αν δεν το έπιανα καν, θα το μετάνιωνα. Δεν με πειράζει αν μπει σε σχολεία ή όχι, δηλαδή θα μου άρεσε να μπει, αλλά δεν το θεωρώ κι αυτοσκοπό. Ως αυτοσκοπό θεωρώ να κάνω το κάτι παραπάνω, να υπερβώ κάποια δικά μου στεγανά και όρια, να καταπιάνομαι με κάτι διαφορετικό, να αντιμετωπίζω αυτή την ενασχόληση ως πρόκληση.

Η συζήτηση μας τελειώνει. Κατά την επεξεργασία του άρθρου και διαβάζοντας το ξανά και ξανά συνειδητοποιώ ένα πράγμα. O Βασίλης Παπαθεοδώρου είναι ένας αντισυμβατικός (με την καλή έννοια) συγγραφέας. Γράφει πάντα με την καρδιά. Μέσω των βιβλίων του αναζητά παρέα με τα παιδιά για να συνεχίζει και ο ίδιος να είναι παιδί…

Συνέντευξη στη Βάσω Σωτηρίου, Bookia.gr - 21 Φεβρουαρίου 2018

Με τον Βασίλη Παπαθεοδώρου βρεθήκαμε σαν φοιτητές. Σε διαφορετικές σχολές αλλά με κοινή παρέα. Από τότε μου άρεσε το χιούμορ του. Παρά το νεαρό της ηλικίας, μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε πως αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι διαφορετικό να δώσει στον κόσμο. Τον βρήκα ξανά μπροστά μου 20 χρόνια μετά. Αναγνωρισμένο συγγραφέα παιδικών και εφηβικών βιβλίων με ένα σωρό βραβεία να ακολουθούν το όνομά του. Κι εγώ ανυπομονώ να διαβάσω τα καθημερινά σχόλια που γράφει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – έχει απίστευτο χιούμορ – ενώ ταυτόχρονα τον παρακαλώ να γράψει θεατρικό έργο που θα κάνει πάταγο!

Θυμάστε το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Όχι. Κι αυτό γιατί παλιότερα υπήρχαν τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, τα οποία διάβαζα μετά μανίας, οπότε μπορεί κάποιον τίτλο βιβλίου να τον μπερδεύω με αυτά. Πάντως με θυμάμαι, εκεί κατά την Τρίτη-Τετάρτη δημοτικού να διαβάζω, εννοώ πως έχω στο μυαλό μου την εικόνα. Σίγουρα πάντως πρέπει να άρχισα αρκετά νωρίς καθώς ήμουν μοναχικό παιδί και το βιβλίο για μένα σίγουρα σήμαινε συντροφιά. Έτσι πολύ συχνά ταυτιζόμουν με τους εκάστοτε ήρωες των αναγνωσμάτων μου.

Υπάρχει κάποιο βιβλίο που ανατρέχετε, συχνά-πυκνά, σ’ αυτό;

Στο μυαλό μου πάντα έχω τον «Άρχοντα των Μυγών» του Γκόλντινγκ. Με έχει επηρεάσει και συγγραφικά αυτό το βιβλίο καθώς θέτει το ζήτημα των ηθικών αξιών και της ελεύθερης επιλογής, όπως και το ζήτημα των ορίων ή φραγμών. Ένα άλλο όμως βιβλίο που με έχει επηρεάσει και το σκέπτομαι συχνά, βιβλίο που μάλλον είναι άγνωστο στους περισσότερους, είναι το «Αναζητώντας τον Ιωσήφ Τάλυ» του Γουίλιαμ Χάλαχαν, ένα σκοτεινό, μεταφυσικό βιβλίο, ένα ανθρωποκυνηγητό από γενιά σε γενιά. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο υποβλητική, που στην τελευταία σκηνή είχα τρομάξει. Η υπόθεση έχει καρφωθεί στο μυαλό μου, μια ιδέα με γυροφέρνει κοντά 12 χρόνια τώρα, αλλά μένει ανολοκλήρωτη. Δε θα υπήρχε όμως ποτέ σαν ιδέα αν δεν είχα διαβάσει το εν λόγω βιβλίο. Εδώ θέλω να επισημάνω και τη δύναμη των βιβλίων. Τα αναγνώσματα που ανέφερα τα είχα διαβάσει κάπου στην Α’Λυκείου και τα θυμάμαι ακόμα. Ήταν εν υπνώσει μέσα μου και με επηρέαζαν συγγραφικά. Αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό.

Πόσα βιβλία διαβάζετε τον χρόνο;

Δεν μπορώ να πω με ακρίβεια. Τα τελευταία τρία χρόνια ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής παιδικού βιβλίου για τα βραβεία του Αναγνώστη. Αναγκαστικά λοιπόν διάβαζα πάρα πολλά, γύρω στα 250 και παραπάνω παιδικά βιβλία το χρόνο. Βιβλία που αν και ολιγοσέλιδα τα περισσότερα, χρειαζόταν να υπάρχει μια χρονική απόσταση από το ένα στο άλλο, έστω και μικρή, για να μην τα μπερδέψω στο μυαλό μου. Σίγουρα δεν είμαι με ένα βιβλίο στο χέρι, αλλά σίγουρα πάλι διαβάζω κάτι καθημερινά. Τώρα ακριβή αριθμό δεν μπορώ να δώσω.

Ποιον ήρωα βιβλίου έχετε ερωτευτεί;

Μάλλον τον Μπέρνχαρντ Γκούντερ, τον ήρωα των βιβλίων του Φίλιπ Κερ. Μου αρέσει ο κυνισμός του, ο μισανθρωπισμός του, που επί της ουσίας είναι επιφανειακός, γιατί κατά βάθος αυτός ο ήρωας είναι βαθιά ανθρωπιστής. Απλά έχει αναπτύξει αυτή τη συμπεριφορά ως άμυνα έναντι των καιρών και της εποχής που ζούσε. Επ’ ουδενί δεν θα ήθελα να ζούσα σε αυτήν την εποχή, όμως η νουάρ ατμόσφαιρα που φέρει ο ήρωας, σε αντίστιξη με το μαύρο της εποχής είναι πολύ γοητευτική. Ο Γκούντερ επίσης έχει έναν πολύ ευέλικτο τρόπο σκέψης, χωρίς να ξεφεύγει από το βασικό πλαίσιο των ηθικών αρχών του, παρουσιάζει ένα αξιοθαύμαστο κράμα ρεαλισμού και ρομαντισμού.

Σε ποιο σημείο του σπιτιού σας διαβάζετε συνήθως;

Κυρίως στη βεράντα, στο εξοχικό στο Πήλιο, ατενίζοντας τη θάλασσα. Ή κοντά σε ανοιχτό παράθυρο. Εννοείται πως διαβάζω και στο κρεβάτι. Σε καθημερινή βάση όμως κυκλοφορώ πάντα με ένα βιβλίο στο μετρό, αν δεν έχω μαζί μου κάτι να διαβάσω νιώθω πως ο χρόνος της μετακίνησης πάει χαμένος, είναι αναξιοποίητος.

Κρατάτε σημειώσεις ή υπογραμμίζετε στα βιβλία;

Ποτέ. Και ποτέ δεν κράτησα. Κι επιπλέον είμαι τόσο ψυχαναγκαστικός που δεν θέλω ούτε καν να τσακίζουν. Αυτό βέβαια μου είχε δημιουργήσει κάποια αναγνωστικά προβλήματα κατά το παρελθόν, καθώς δεν το άνοιγα όλο το βιβλίο από φόβο μην τυχόν τσακίσει, το είχα μισάνοιχτο δηλαδή και διάβαζα, με αποτέλεσμα να παιδεύομαι αρκετά. Αυτό το έχω ξεπεράσει. Όπως και έχω ξεπεράσει το να ντύνω με χαρτί τα βιβλία που διάβαζα, από το φόβο μη λερωθούν. Όταν αγαπά κανείς την ανάγνωση, αλλά και το αντικείμενο αυτό καθαυτό, αποκτά διάφορες παραξενιές. Με τον καιρό οι περισσότερες από αυτές έχουν ξεθυμάνει, έχουν φύγει.

Ποιο είναι το χειρότερο βιβλίο που διαβάσατε ποτέ;

Δεν μπορώ να αναφέρω κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, γιατί είναι πολλά τα κακά βιβλία, φοβάμαι πως θα αδικήσω κάποιο. Συνήθως προσπαθώ να τα σβήσω από τη μνήμη μου, σε αντίθεση με τα καλά, που κοιτώ να πάρω στοιχεία από αυτά. Βιβλία πάντως κακομεταφρασμένα ή με κακή επιμέλεια κατατάσσονται στην κατηγορία του κακού βιβλίου, αν και συγγραφικά δεν θα έπρεπε να βρίσκονται σε αυτή. Αναφορικά με τα παιδικά, βιβλία με διδακτισμό τα θεωρώ κακά βιβλία.

Τα βιβλία σας τα δανείζετε; Τα χαρίζετε;

Όχι πια. Το είχα δοκιμάσει στο παρελθόν, θεωρώντας ως δεδομένο ότι θα μου επιστραφούν. Δεν μου τα επέστρεψαν ποτέ. Επίσης είχα δανείσει με την παράκληση να μη λερωθούν ή τσακιστούν ή υπογραμμιστούν σημεία. Ήταν λες και είχα επιμείνει στο να γίνουν όλα αυτά μαζί. Οπότε όχι, δε δανείζω βιβλία ούτε καν θέλω να το σκέπτομαι.

Πριν αγοράσετε ένα βιβλίο, διαβάζετε την πρώτη ή την τελευταία παράγραφο;

Διαβάζω συνήθως την υπόθεση από το οπισθόφυλλο, συνήθως καταλαβαίνω με τι έχω να κάνω και αντιλαμβάνομαι τον τρόπο γραφής. Αφήνω όμως τη μαγεία του να με συνεπάρει ή να με απογοητεύσει για μετά την αγορά. Αρκετές φορές την έχω πάθει βέβαια με αυτόν τον τρόπο, αλλά εξίσου αρκετές ήταν και οι φορές που η επιλογή μου με δικαίωσε.

Έχετε φλερτάρει ποτέ χρησιμοποιώντας ατάκα από ένα βιβλίο;

Όχι, γιατί δε θυμάμαι συγκεκριμένες ατάκες. Συνήθως αυτά που μου μένουν από ένα βιβλίο είναι η δομή, ο τρόπος χειρισμού των ηρώων, η ανάπτυξη του θέματος. Επιπλέον δεν υπογραμμίζω και ποτέ, τίποτα.

Αν κάποιος σας κλείδωνε ένα βράδυ σε ένα βιβλιοπωλείο, σε ποια κατηγορία βιβλίων θα διανυκτερεύατε;

Μάλλον στα αστυνομικά βιβλία «εποχής», δηλαδή αυτά που διαδραματίζονται την περίοδο του ναζισμού ή του ψυχρού πολέμου.

Τι τίτλο θα δίνατε στην αυτοβιογραφία σας;

Αν και δεν θα την γράψω ποτέ, για χάρη της ερώτησης θα απαντήσω «Κάτι σαν όνειρο», ή κάτι τέτοιο, θέλοντας να τονίσω πως η ενασχόλησή μου με τα βιβλία και η πορεία μου στο χώρο ήταν κάτι που δεν μπορούσα να φανταστώ ούτε στα όνειρά μου. Τώρα που το ξαναδιαβάζω βλέπω πως μάλλον αποτυχημένος είναι αυτός ο τίτλος, οπότε…δεν ξέρω.

Χαρακτηρίστε τον εαυτό σας σε πέντε επίθετα.

Πέντε; Θα βάλω λίγα παραπάνω: Είμαι οργανωτικός έως και ψυχαναγκαστικός, θεωρώ τον εαυτό μου ευθύ και δίκαιο και πιστεύω πως με χαρακτηρίζει μια συνέπεια και το αίσθημα ευγνωμοσύνης, κοινώς δεν είμαι αχάριστος. Από την άλλη δεν είμαι και ο τύπος που θα πάρει εύκολα ρίσκα, ζυγίζω πάντα τα πράγματα.

Τι κάνετε τώρα και ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Δουλεύω πάνω στη σειρά «Απρόσμενοι φίλοι», για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας. Επίσης έχω άλλο ένα κόμικς στα σκαριά και φαντάζομαι πως σε λίγους μήνες θα αρχίσω να γράφω κι άλλο ένα εφηβικό/νεανικό μυθιστόρημα, γιατί μου έχει λείψει.

diabazoume.gr - 19 Ιουνίου 2017

Όλες οι αλήθειες που κρύβονται πίσω από το όνομα του πολυβραβευμένου συγγραφέα παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ…

Βιβλίο: Το καταφύγιό μου, που στέγαζε τη μοναξιά μου όταν ήμουν μικρός και τη δημιουργικότητά μου τώρα που μεγάλωσα.

Αγάπη: Πέρα από τα δικά μου άτομα, σε κάποιες πολύ μικρές, καθημερινές στιγμές και απολαύσεις,

Σοφός: Ποτέ δεν ήμουν, ποτέ δε θα’μαι. Αλλά όχι, για μια στιγμή… Ο καθένας είναι σοφός με τον τρόπο του, στην καθημερινότητά του.

Ιντερνέτ: Η καθημερινή μου ασχολία, είτε για να ενημερώνομαι είτε για να ξεσκάω. Μόνο που ξοδεύω υπερβολικά πολλές ώρες.

Λάθος: Που πιστεύω πολλές φορές σε κάτι και σε κάποιους παρά τις αντίθετες ενδείξεις. Που συνεχίζω να εκπλήσσομαι με διάφορα δυσάρεστα γύρω μου.

Ηρωικό: Να ζεις στις μέρες μας με αρχές, συνέπεια και αξιοπρέπεια, να μη σε παίρνει το ρεύμα κόντρα στα πιστεύω σου.

Σλόγκαν: Δεν έχω κάποιο. Ίσως αυτό να είναι και το σλόγκαν μου: «Δεν έχω σλόγκαν».

Πάθος: Ευτυχισμένος και «τρελός» όταν το έχω, ανήσυχος όταν δεν το έχω. Αλλά μάλλον αυτό είναι φυσιολογικό, να αναζητά κανείς συνέχεια το πάθος του.

Αλήθεια: Ειδικά στις μέρες μας, ακόμα πιο δύσκολο να τη διακρίνει κανείς, με όλα αυτά που γράφονται, ακούγονται κι αναπαράγονται στο Ίντερνετ.

Πρωτιά: Δεν αρνούμαι ότι η λέξη με έλκει. Μου αρέσει σαν ιδέα να κάνω πράγματα που φαντάζουν ή και είναι πρωτότυπα, που δεν έχουν ξαναγίνει κατά κάποιον τρόπο. Αλλά φυσικά δεν είναι ούτε αυτοσκοπός, ούτε εμμονή.

Ανάγνωση: Είναι χαρά, δεν είναι ψυχαναγκασμός. Αυτό προσπαθώ να πω στους μαθητές των σχολείων που επισκέπτομαι, αλλιώς δεν έχει νόημα.

Θέλω: Να συνεχίσω να γράφω, έχοντας να πω κάποια πράγματα, αλλιώς δεν έχει νόημα.

Ελευθερία: Το 1991, σε μικρή παραλιακή πόλη της Πορτογαλίας, καθόμουν σε μπαράκι ατενίζοντας επί 2 ώρες τον Ατλαντικό, αμίλητος, ακούγοντας Sisters of Mercy. Για μένα ήταν η απόλυτη στιγμή ελευθερίας.

Όνειρο: Ένα όνειρό μου ή μάλλον επιθυμία μου θα ήταν να μεταφερθεί κάποιο από τα βιβλία μου στον κινηματογράφο. Ή να μπορέσω να γράψω ένα σενάριο.

Δύναμη: Είναι αυτό που έχει κάθε άνθρωπος και δεν το ξέρει, μέχρι τη στιγμή που τα το δείξει.

Ωχ Παναγιά μου!: Τι θα δουν τα μάτια μου και τι θ’ακούσουν τ’αφτιά μου και σήμερα.

Ροκ: Και ποπ και ραπ και σόουλ και ντίσκο και γενικά απ’όλα τα είδη μουσικής ακούω, χωρίς διαχωρισμούς και στεγανά.

Ομορφιά: Τις περισσότερες φορές πηγάζει από μέσα μας, από το χαρακτήρα, τη διάθεσή μας.

 Υστερόγραφο: Το κρατώ για την επόμενη φορά.

Συνέντευξη στην Ηρώ Τσατσαρώνη, Vision Netwok Athens - 30 Μαΐου 2017

Πόσο χιούμορ διαθέτουν οι Έλληνες, τόσο στην καθημερινότητά τους όσο και στην έκφρασή τους μέσα από την τέχνη: στη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές εκπομπές;

Ανέκαθεν πίστευα πως οι Έλληνες έχουμε μεγάλα αποθέματα χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Τον τελευταίο καιρό όμως, παρακολουθώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλέπω πως στην παρούσα περίοδο αυτό που αποκαλούμε χιούμορ είναι μάλλον κάτι πολύ επιλεκτικό, ο αυτοσαρκασμός εκλείπει, τα αστεία γίνονται ολοένα και πιο αρρωστημένα, πιο επιθετικά. Η κατάσταση που βιώνουμε στην Ελλάδα, αλλά και ο τρόπος που επιλέγουμε να προβληθούμε ή αυτοεπιβεβαιωθούμε, μας κάνει πιο προσβλητικούς, λιγότερο ανεκτικούς. Συνεπώς εάν το χιούμορ χάνει το φλέγμα και τον αυτοσαρκασμό του και τείνει προς μια κατάσταση χοντροκοπιάς, προς μια πλάκα για την πλάκα, προς ένα διαγωνισμό ατάκας, χάνει μία από τις βασικές του ιδιότητες, το πνεύμα. Η ποιότητά του έχει πέσει διότι ενσωματώνει στοιχεία οργής και χάνει στοιχεία κριτικού πνεύματος.

Τι ρόλο έχει παίξει στη σκέψη σου και στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τα πράγματα το ότι πήγες σε ένα γερμανόφωνο σχολείο;

Το γεγονός πως υπήρξα μαθητής της DSA έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στη συγκρότησή μου ως άτομο, όποια κι αν είναι αυτή. Θεωρώ πως σκέφτομαι ορθολογικά, πως είμαι ανεκτικός κι αναγνωρίζω τα ίδια δικαιώματα που θέλω για τον εαυτό μου και στον άλλον. Ώρες-ώρες μπορώ να πω πως είμαι λίγο εμμονικός με την έννοια του χρόνου και με την τήρηση αυτών που έχουν συμφωνηθεί, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς όμως. Αυτό το «χύμα» δεν το έχω, αλλά δεν το ζηλεύω κιόλας. Το σχολείο με δίδαξε μιαν ευρύτερη θεώρηση σεβασμού που δείχνω προς ανθρώπους και καταστάσεις, πιστεύω πως μου άνοιξε ορίζοντες.

Ποιο βιβλίο σου θα ήθελες να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Γίνεται όλα; Δεν ξέρω, στα περισσότερα βιβλία μου θέλω και προσπαθώ να γράφω κατά τρόπο μη ελληνικό, χωρίς ιδιαίτερες τοπικές αναφορές. Μου αρέσει πολύ το διεθνές στοιχείο στη λογοτεχνία και φροντίζω, όπου γίνεται, να το ενσωματώνω στα γραπτά μου. Πιστεύω πως τα «Οι άρχοντες των σκουπιδιών» και το «Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης» κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη, ποτέ δεν ξέρει κανείς τι ακριβώς παίρνει ο κάθε αναγνώστης από κάθε βιβλίο. Στην Τουρκία έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα δικά μου βιβλία για μέσες ηλικίες, τα οποία γνωρίζουν μεγάλη απήχηση, κάποια από αυτά μεγαλύτερη κι από την Ελλάδα. Συνεπώς αν είναι κάποιο βιβλίο μου να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και να το γνωρίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, ας είναι όποιο να’ναι. Θα είναι μεγάλη χαρά και τιμή για μένα έτσι κι αλλιώς.

Πώς πιστεύεις ότι μπορούμε να κινητοποιήσουμε τους νεότερους να γίνουν ενεργοί και ανοιχτοί πολίτες του κόσμου και να αντιμετωπίζουν τους άλλους λαούς χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα;

Μέσω της παιδείας, των βιβλίων και της τέχνης αρχικά. Μέσω της αναζήτησης των ειδήσεων από πραγματικές πηγές, της διασταύρωσής τους. Το θέμα είναι τόσο μεγάλο και σύνθετο, που δεν αναλύεται σε λίγες λέξεις χωρίς αυτές να ακουστούν κλισέ ή χωρίς να ειπωθεί κάποιο ευχολόγιο. Τα βιβλία όμως είναι πάντα μια καλή και στέρεα αρχή, γι’αυτό και οι όποιες προτάσεις και επιλογές πρέπει να γίνονται με μεγάλη προσοχή.

Lifo - 7 Απριλίου 2017

Σου φταίνε κι εσένα όλα; Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου κάνει την γκρίνια να μοιάζει ξεκαρδιστική

Ο συγγραφέας μιλάει στο LIFO.gr με αφορμή το νέο γελοιογραφικό άλμπουμ του (με σκίτσα του Tasmar) και δίνει ιδέες για να αντέξουμε την παράλογη καθημερινότητα

Αν τα παιδιά έχουν 'Το Ημερολόγιο ενός Σπασίκλα' για να ταυτιστούν, τώρα εμείς οι μεγάλοι έχουμε το ημερολόγιο ενός κατά συρροή γκρινιάρη. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας του Βασίλη Παπαθεοδώρου και του Tasmar μόλις κυκλοφόρησε -το διάβασα σ' ένα απόγευμα- και είναι γεμάτο με όλες τις καθημερινές στιγμές που μπορούν να μας κάνουν έξαλλους.

 Η διεισδυτική, καυστική και απόλυτα κυνική ματιά του Παπαθεοδώρου είναι εμφανής και στο facebook του, όμως εδώ όλα δένουν αριστοτεχνικά και ο αυτοσαρκασμός του χτυπάει κόκκινο. Του μίλησα ελπίζοντας πως θα είχε όλη την καλή διάθεση να βρει κάτι στραβό στα πάντα.

Θέλω να ξεκινήσουμε με γκρίνια! Τι σε εκνευρίζει πιο πολύ στα social media;

Το ότι κανείς δεν προσπαθεί πραγματικά να καταλάβει το νόημα αυτών που γράφει κάποιος. Το ότι θα πεταχτεί να πει κάτι αποπροσανατολίζοντας τα πάντα. Το ότι δεν διαβάζουν πολλοί μέχρι τέλους κάτι. Η οργή και η αγένεια. Η συναλλαγή των likes. Το γεγονός ότι βλέπω κάποια άτομα να κάνουν τις τέλεια αντιρατσιστικές αναρτήσεις και έχοντάς τα γνωρίσει από κοντά, ξέρω τι πραγματικά πιστεύουν. Δεν είναι και λίγα αυτά που με εκνευρίζουν. Α, ναι, ας προσθέσω και τα συνεχόμενα μηνύματα στο ίνμποξ που συνοδεύονται από ένα κατεβατό stickers και emoticons. Πάντως είναι πολλά και αυτά που μου αρέσουν, κυρίως ο χαβαλές και το ότι γνώρισα κάποια λίγα άτομα από κοντά και έχουμε καλές φιλικές σχέσεις. 

Πώς σου ήρθε η ιδέα για το βιβλίο;

Δεν μπορώ να πω ακριβώς. Ίσως να έπαιξαν ρόλο κάποιοι γνωστοί και φίλοι που μου έλεγαν επί χρόνια «γράψε κάτι χιουμοριστικό» ή «θα σου πήγαινε να γράψεις κάτι αστείο». Όταν το πρότεινα στον Καστανιώτη η αντίδραση ήταν, όπως πάντα, πολύ υποστηρικτική κι ενθαρρυντική. Η αλήθεια είναι πως μετά από 20 χρόνια στην παιδική/νεανική λογοτεχνία ήθελα να κάνω και κάτι άλλο, να μηδενίσω κάποιο αόρατο κοντέρ, να πάρω τα πράγματα πάλι από την αρχή. Δηλαδή να νιώσω «αρχάριος» δουλεύοντας πάνω σε κάτι καινούριο. Το είδα κάπως ως πρόκληση, μια δοκιμασία κατά κάποιον τρόπο. Βέβαια ποτέ δεν θα έκανα κάτι που δεν θα με ευχαριστούσε ή δε θα με εξέφραζε.

Πόσο απ' τον εαυτό σου έχεις βάλει σ' αυτό;

Υπερβολικά μεγάλη ποσότητα θα έλεγα. Βέβαια μου προξένησε εντύπωση που ο κυνισμός και ο σαρκασμός του ήρωα, έχει ανταπόκριση σε διάφορες ηλικίες, σε όλους σχεδόν. Βλέπω σχόλια στο Facebook, του στυλ «α, αυτό είναι για μένα». Ευτυχώς κατά κάποιον τρόπο απενοχοποιήθηκε η χρόνια γκρίνια μου, την οποία φυσικά και δεν παραδεχόμουν.

Είναι η γκρίνια ένας εναλλακτικός τρόπος για να αντέξουμε την παράλογη καθημερινότητα;

Και ναι και όχι. Σίγουρα έχει βρει πρόσφορο έδαφος αυτά τα χρόνια, με όλους αυτούς τους παραλογισμούς, σίγουρα μερικές φορές έχει λυτρωτικό χαρακτήρα, αν μπορώ να το πω έτσι, αλλά κατά τη γνώμη μου πρέπει κάπως να συνοδεύεται κι από μια πιο δημιουργική θεώρηση των πραγμάτων. Αλλιώς καταντά απλή παραξενιά.

Πιστεύεις ότι οι γκρινιάρηδες κατά βάθος το 'φχαριστιούνται να γκρινιάζουν;

Χμ, μάλλον, ίσως, δεν ξέρω. Δεν πιστεύω ότι είναι αυτοσκοπός η γκρίνια, τις περισσότερες φορές είναι απλά αντίδραση, κάτι σαν αμυντικός μηχανισμός. Κατά βάθος ευχαριστιούνται το γεγονός ότι κάπου έχουν δίκιο ή το γνωστό «μπορεί να είσαι γκρινιάρης, αλλά γκρινιάζεις χαριτωμένα». Προφανώς και υπάρχουν και παθολογικές σχεδόν περιπτώσεις, αρκετά συχνά μάλιστα, που θα θέλουν να γίνει το δικό τους, όπως το επιθυμούν αυτοί, αλλά το βιβλίο μιλά κυρίως για τους χαριτωμένους γκρινιάρηδες γύρω μας, που καυτηριάζουν, ειρωνεύονται και σαρκάζουν σχεδόν τα πάντα. Και πάνω απ’όλα τον εαυτό τους. Και ειδικά αυτό το τελευταίο, ο αυτοσαρκασμός δηλαδή, είναι ο υγιής παράγοντας στην γκρίνια.

Πώς συνεργαστήκατε με τον Tasmar που έκανε την εικονογράφηση;

Τον Tasmar τον γνώρισα στο περσινό Comicdom Con Athens σε προσωπικό επίπεδο. Ήξερα τη δουλειά του, μου άρεσε, έψαχνα άτομο να συνεργαστώ και το Comicdom είναι ο κατάλληλος χώρος για να δεις και να συγκρίνεις τις δουλειές των καλλιτεχνών. Ο Tasmar, πέρα από εξαιρετικός κομίστας είναι κι εξαιρετικός συνεργάτης κι αυτό είναι ένα πράγμα που έμαθα από την όλη διαδικασία του στησίματος ενός τέτοιου βιβλίου, τη συνεργασία. Το να γράφει κανείς βιβλία είναι μια μοναχική δραστηριότητα, το να συνεργάζεται γράφοντας κείμενα για μπαλονάκια και συζητώντας για τα καρέ και τα στριπάκια, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Έμαθα κι εγώ πολλά από τον Tasmar.

Βίωσες διαφορετικά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου απ' τα υπόλοιπα που έχεις γράψει; 

Εντελώς. Το μυαλό και η σκέψη μπήκε σε μια διαφορετική διαδικασία, να στήσεις ιστορίες, να τις χωρίσεις σε στριπάκια κι αυτά σε καρέ, να κόβεις λέξεις για να είναι πιο καλές οι ατάκες και να μη μακρηγορείς. Αναμφίβολα ήταν το πιο κοπιαστικό για μένα γραπτό μου. Όμως το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ, έμαθα πολλά, το διασκέδαζα όταν το έγραφα.

Πώς αποφάσισες το βιβλίο να έχει χρονολογική σειρά;

Θεωρώ πως είναι πιο λειτουργικό να διαβάζει κάποιος σε σειρά για αποκριάτικες γκρίνιες και μετά για πασχαλινές, καλοκαιρινές, χριστουγεννιάτικες, κλπ, με εμβόλιμες γκρίνιες γύρω από την πολιτική, την οικονομία, τα social media. Με διευκόλυνε στο να πάρω με μια σειρά τη ζωή αυτού του ήρωα.

Πιστεύεις ότι οι γκρινιάρηδες είναι παρεξηγημένοι;

Αν μιλάμε για άλλα άτομα, ναι, τα παρεξηγούμε. Είναι ανυπόφορα. Αν μιλάμε για τον εαυτό μας έχουμε δίκιο και είμαστε αξιαγάπητοι, έτσι δεν είναι; Εξαρτάται από το είδος και την έκταση της γκρίνιας και γενικά αν είναι δυσλειτουργική για τον παραλήπτη αυτής. Άλλο είναι η γκρίνια να εμπεριέχει χιούμορ κι άλλο να περιλαμβάνει κακία και μοχθηρία.

Σου γκρίνιαξε κανένας γκρινιάρης αφότου διάβασε το βιβλίο;

Όχι ακόμα, είμαι περίεργος να δω τι θα γίνει στη συνέχεια. Αλλά για να’μαι ειλικρινής, όταν είδα το βιβλίο έτοιμο, ούτε καν εγώ γκρίνιαξα.

Άρης Δημοκίδης

mefantasiakailogo.blogspot.gr - 5 Μαρτίου 2017

Όταν ο συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου ανακρίθηκε από τη Λέσχη Ανάγνωσης Β΄

Το χρονικό  μιας  απολαυστικής και άκρως διαφωτιστικής  συνέντευξης!
Συμβαίνει συχνά εμείς οι συντονιστές των  μαθητικών λεσχών ανάγνωσης, όταν συναντιόμαστε με τους μαθητές μας για να συζητήσουμε  ένα  βιβλίο, να δεχόμαστε έναν καταιγισμό ερωτήσεων από αυτούς.

"Είναι αληθινή ιστορία κυρία;" "Γιατί το έκανε όμως αυτό;"  "Γιατί αυτό το τέλος;"
 Στην περίπτωση του τελευταίου βιβλίου που διαβάσαμε  "Το ημερολόγιο ενός δειλού" σκεφτήκαμε αυτή τη φορά να ξεγλιστρήσουμε και να πετάξουμε το μπαλάκι στον.... καθ 'ύλην αρμόδιο, δηλαδή στον συγγραφέα του, Βασίλη Παπαθεοδώρου. Οι μαθητές διατύπωσαν τις ερωτήσεις τους, τις έστειλαν  και ο κ. Παπαθεοδώρου πρόθυμος, όπως πάντα, απάντησε. Τον ευχαριστούμε θερμά!

Ελένη, Κατερίνα, Σουμειρά: Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης σας για το ημερολόγιο ενός δειλού;

Φαντάζομαι σαν ιδέα προϋπήρχε στο μυαλό μου, κι εγώ βίωσα παρόμοια περιστατικά (η σκηνή στο σχολικό είναι δική μου), και άλλα παιδιά που τα ήξερα ή τα ξέρω. Όλα σχεδόν τα περιστατικά είναι αληθινά, απλά έγιναν σε διαφορετικά άτομα. Όμως η αφορμή υπήρξε ένα περιστατικό που έγινε το 2014, λίγους μήνες δηλαδή πριν γράψω το βιβλίο, σε σχολείο της Ρόδου, όπου είδα τέσσερα αγόρια να πειράζουν συμμαθητή τους, πριν μπω στην τάξη για παρουσίαση. Στο τέλος της ώρας κράτησα το παιδί και του μίλησα. Εκείνη τη στιγμή είπα στον εαυτό μου «ή τώρα ή ποτέ» κι έκατσα να το γράψω.

Ελένη Καλ.: Αν βρισκόσασταν εσείς στην θέση του θύματος τι θα κάνατε; Θα μιλούσατε;

Επειδή έχω βρεθεί, το έχω χειριστεί και με τους δύο τρόπους. Δηλαδή στο δημοτικό είχα μιλήσει στους γονείς μου και μου είχαν πει πώς να το αντιμετωπίσω. Στο γυμνάσιο όμως, δυστυχώς, δεν είχα μιλήσει και ήταν ακόμα πιο άσχημο αυτό. Ίσως επειδή φοβόμουν μήπως οι δικοί μου έλεγαν «πάλιιιι;». Όπως και να’χει αυτό μου φαινόταν τότε δύσκολη απόφαση, η ντροπή υπερνικούσε την τυραννία. Τώρα, με τα σημερινά μυαλά μου, δεν ξέρω τι θα έκανα τελικά, μάλλον θα μιλούσα. Ή μάλλον δεν θα τσίμπαγα στο πείραγμα.

Ελένη Κ.: Αυτό το βιβλίο μας μιλάει για τον σχολικό εκφοβισμό που πολλά παιδιά βιώνουν στις μέρες μας Εσείς σαν παιδί και σαν έφηβος βιώσατε τον σχολικό εκφοβισμό;

Ναι, το ανέφερα και παραπάνω. Σε δυο περιόδους, σε δημοτικό και γυμνάσιο, και στις δυο περιπτώσεις στο σχολικό. Στο γυμνάσιο τα πράγματα ήταν χειρότερα, καθώς γινόταν από τέσσερα άτομα, ενώ στο δημοτικό από ένα. Και αυτή είναι η δύναμη του γεγονότος, να έχουν περάσει τόσα χρόνια και να μην τα έχω ξεχάσει ακόμα αυτά τα περιστατικά.

Ειρήνη: Ποιος πιστεύετε  σε αυτήν την ιστορία έχει πιο πολύ ανάγκη για υποστήριξη; Ο θύτης ή το θύμα;

Σε αυτήν την ιστορία έχει ανάγκη το θύμα, δεν θέλω να εξισώνω συμπεριφορές και να βρίσκω ελαφρυντικά. Ο θύτης είχε ανάγκη όταν γινόταν σε αυτόν κακοποίηση, πράγμα που είναι διαφορετικό από το να κάνει ο ίδιος κακοποίηση. Διότι όπως και να το κάνουμε, το κάτω χέρι το έχει κάθε φορά αυτός που υφίσταται καταστάσεις, το θύμα δηλαδή. Την περίοδο που και ο θύτης υπήρξε θύμα είχε μεγαλύτερη ανάγκη για υποστήριξη. Προσέξτε όμως, λέω ποιος έχει ανάγκη για πιο πολλή υποστήριξη, αυτό δε σημαίνει πως δεν έχουν και οι δύο.

Δήμητρα: Πώς σκεφτήκατε στο τέλος ο Θοδωρής (θύμα) να κάνει την καριέρα του Νίκου( θύτη) και γενικά να έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι;

Ήθελα να δώσω κάτι διαφορετικό, μια ανατροπή στο βιβλίο, που το κάνει και πιο ενδιαφέρον. Αλλά κυρίως ήθελα να δώσω την έννοια της δικαίωσης, που μπορεί να αργήσει να έρθει, αλλά θα έρθει κάποτε. Και μάλιστα θα έρθει σε μορφή διαφορετική, με το να μη μας νοιάζει πια. Επίσης ήθελα να δώσω το στοιχείο ότι ο καθένας πρέπει να προσπαθεί, πέρα από κάθε αντιξοότητα, για να καταφέρει αυτό που θέλει.

 Γεωργία : 1. Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε στο ρόλο του θύματος και του θύτη
αγόρια και όχι κορίτσια;

Αφενός είναι πιο σύνηθες να ταυτίζεται κάποιος ακούγοντας bullying, με αγόρια, όχι φυσικά πως δε γίνεται αυτό πολύ συχνά και πολύ έντονα και με κορίτσια. Ίσως επειδή μπορούσα να ταυτιστώ κι εγώ με το θύμα, κατά κάποιον τρόπο. Πάντως παραδέχομαι ότι το να έβαζα κορίτσια ίσως έδινε ένα επιπλέον ενδιαφέρον, απλά κάποιες συνήθειές τους δεν θα μπορούσα να τις αποδώσω πολύ πειστικά.

Το γεγονός ότι επιλέξατε ως τρόπο παρουσίασης του θέματος τις σελίδες των ημερολογίων του θύτη και του θύματος σημαίνει ότι κρατάτε ίσες αποστάσεις από αυτούς και αφήνετε τον αναγνώστη να βγάλει συμπέρασμα ή κάτι άλλο;

Όλα σχεδόν τα βιβλία που πραγματεύονται αυτό το θέμα, είναι γραμμένα από τη μεριά του θύματος. Ο θύτης παρουσιάζεται σαν να μην έχει ψυχολογικό υπόβαθρο, κάποια αιτία για τις πράξεις του. Εγώ ήθελα να δώσω την πλευρά και των δυο, ίσως για να πω ότι αρκετές φορές η βία γεννάει βία. Υπήρχε βέβαια ο κίνδυνος να γίνει συμπαθής ο θύτης, μου έχουν πει ότι τα κεφάλαια με τον Γόλιο είναι πιο αστεία ή ότι ο Θοδωρής τους εκνευρίζει. Πιστεύω ότι ήθελα να δώσω κάτι πιο σφαιρικό, που να βάλει σε σκέψεις και εκ μέρους του θύτη.

Μάνια: Πώς σκεφτήκατε να τολμήσετε κάποιες «άσχημες λέξεις» στο βιβλίο σας «το ημερολόγιο ενός δειλού»;

Στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν άσχημες λέξεις ή ωραίες, απλά άσχημη ή ωραία χρήση αυτών. Προφανώς κι αυτό έγινε για λόγους πειστικότητας και όχι εξυπνάδας. Είναι καθημερινές εκφράσεις που τις λένε όλοι, συνεπώς δεν θα απεικόνιζε με αληθοφάνεια τις σκέψεις ή τους διαλόγους, αν εγώ αυτολογοκρινόμουν. Πάντως η εποχή που ένα βιβλίο κρίνεται από το λεξιλόγιό του έχει παρέλθει και κακώς υπήρξε κατά τη γνώμη μου. Να θυμίσω τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Εμπειρίκου, που είναι γραμμένος κυρίως με τέτοιου είδους λεξιλόγιο.

ΔημήτρηςΠότε αρχίσατε να γράφετε βιβλία;

Άρχισα το 1996 με αφορμή ένα διαγωνισμό παιδικού βιβλίου, πέρσι συμπλήρωσα 20 χρόνια σε αυτόν τον τομέα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για κάποιον να ασχοληθεί με το γράψιμο.

Στον ελεύθερο σας χρόνο τι βιβλία σας αρέσει να διαβάζετε;

Κυρίως ξένη λογοτεχνία, αστυνομικά και εφηβικά/νεανικά από ξένους συγγραφείς για να δω τη θεματολογία τους, τι τους απασχολεί κλπ. Και βέβαια μπορώ να πω ότι από πλευράς θεματολογίας και τόλμης είναι μπροστά από εμάς.

Πόσο χρόνος χρειάζεται για να γράψετε ένα βιβλίο;

Όχι πολύς. Μπορεί να έχω μια ιδέα στο μυαλό μου για μήνες, χρόνια να πω καλύτερα. Αυτό τρώει τον περισσότερο χρόνο, μέχρι δηλαδή η ιδέα να δέσει σε μια ιστορία στο μυαλό μου, κάτι σαν παζλ δηλαδή. Από τη στιγμή όμως που η ιδέα έχει ολοκληρωθεί, τότε κάθομαι και γράφω. Π.χ. για το ημερολόγιο ενός δειλού χρειάστηκα περίπου 1,5 μήνα γράψιμο, όχι κάθε μέρα. Και όταν λέω πως γράφω, εννοώ γύρω στη 1 ώρα τη μέρα.

Ντέινα: Στα σχολικά σας χρόνια υπήρχε το φαινόμενο του bullying ή πιστεύετε ότι είναι σύγχρονο;

Ναι, υπήρχε φυσικά. Αλλά δεν είχε γίνει της μόδας, δεν είχε αυτή την ονομασία και δεν ονομάζαμε έτσι το οτιδήποτε γινόταν τότε. Τώρα έχει γίνει κατάχρηση του όρου, ο οποίος έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Συνήθως λέμε bullying αν ένα παιδί σπρώξει μια φορά κάποιο άλλο, δεν είναι όμως αυτό. Το φαινόμενο πρέπει να έχει διάρκεια, επαναληψιμότητα, διαφορά δύναμης και φυσικά να εντυπώνεται στην ψυχοσύνθεση του θύματος.

Μάνια: Πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας;

Η αλήθεια είναι πως δεν το αποφάσισα. Πριν από 20 χρόνια ήθελα να πω μια ιστορία, είχα σκεφτεί μια ιδέα που μου φαινόταν πως θα μπορούσα να γράψω κάτι γι’αυτήν και σιγά-σιγά, έγραψα μια παράγραφο, μετά τη μεγάλωσα και την έκανα κεφάλαιο και στο τέλος βγήκε βιβλίο. Από τη στιγμή που κατάλαβα πως μου άρεσε και με ικανοποιούσε αυτό που έκανα, τότε είπα πως θα συνεχίσω.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο από αυτά που έχετε γράψει; Και γιατί;

Όλα τα μυθιστορήματά μου για μεγάλα παιδιά τα αγαπώ πιο πολύ από αυτά για μικρότερα. Ίσως γιατί μου πήραν περισσότερο χρόνο, ίσως γιατί ένιωσα πιο ελεύθερος γράφοντάς τα, μπορούσα να χρησιμοποιήσω περισσότερες και πιο σύνθετες λέξεις, η δομή ήταν πιο απαιτητική κλπ. Συνήθως όμως αγαπώ και το τελευταίο βιβλίο που έχω γράψει ιδιαιτέρως, καθώς μόλις το έχω τελειώσει και είναι κάτι πιο νέο.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την εφηβική λογοτεχνία;

Επειδή πρωτοπήρα μέρος σε διαγωνισμό παιδικού βιβλίου, για να δοκιμαστώ, γι’αυτό έμεινα σε αυτό το είδος. Φαντάζομαι όμως πως έτσι ξαναζώ κάποια πράγματα από την εποχή που ήμουν κι εγώ έφηβος κι αυτό μου αρέσει ιδιαιτέρως.

Τι θέλατε να γίνετε όταν ήσασταν μικρός;

Ειλικρινά δε θυμάμαι να θέλω να γίνω κάτι πολύ. Ήμουν καλός σχεδόν σε όλα τα μαθήματα, αλλά δεν είχα κάποια ιδιαίτερη κλίση ή προτίμηση. Φυσικά υπήρξαν περίοδοι που πότε ήθελα να γίνω αρχαιολόγος ή δικηγόρος ή επιστήμονας φυσικών επιστημών και να κάνω πειράματα π.χ., αλλά ποτέ δεν είχα κάτι στο μυαλό μου έντονα και για πολύ χρόνο.

Ντέινα: Πιστεύετε ότι τα βιβλία σας επηρεάζουν τα παιδιά στο να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι;

Πιστεύω ότι η λογοτεχνία γενικά επηρεάζει τους ανθρώπους στο να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι. Έτσι πότε ένα βιβλίο δικό μου θα αρέσει και ίσως επηρεάσει, πότε ένα δεύτερο κάποιου άλλου ή ένα τρίτο κάποιου τρίτου, ποτέ δεν ξέρει κανείς από τι θα επηρεαστεί ο αναγνώστης ή τι θα του αρέσει. Αλλά, ακόμα κι αυτοί που δεν επηρεάζονται ανοιχτά, αποκτούν τουλάχιστον κρίση και γλωσσικό κριτήριο με οποιοδήποτε βιβλίο και να διαβάσουν.

Συνέντευξη στον Θεοφάνη Θεοφάνους, m.booktourmagazine.com - 13 Ιανουαρίου 2016

Ενότητα 1η: Εκ των έσω

Ποια παιδική σας ανάμνηση παραμένει ανεξίτηλη; 

Από τα παιδικά μου χρόνια έχω πάρα πολλές αναμνήσεις έντονες, που με τον καιρό έχουν πάνω τους την πατίνα του χρόνου. Ίσως τα δυο χρόνια που ήμουν, μαθητής Δημοτικού, μακριά από τους γονείς μου (είχαν πάρει μετάθεση σε άλλη πόλη) και ζούσα με τον παππού και τη γιαγιά. Θυμάμαι τη ζέστα που ένιωθα όταν έρχονταν οι δικοί μου στο ενδιάμεσο να με δουν, τη θαλπωρή. Επίσης θυμάμαι πολύ έντονα μια αύρα μοναχικότητας και μοναξιάς που είχα καθ’όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων.

Και ως ενήλικος; Τι είναι αυτό που συχνά πυκνά ανασύρετε στη μνήμη σας και αποτελεί πάντα ένα καλό εφαλτήριο για το μέλλον;

Συνήθως η αχαριστία και η αγνωμοσύνη που έχω βιώσει από άτομα που τους έχω σταθεί, δυστυχώς το ίδιο λάθος το κάνω συνέχεια σχεδόν. Αλλά και δικά μου λάθη προσπαθώ να τα αποφεύγω, όχι τόσο γιατί ισχύει το «αν ξαναγεννιόμουν πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα», όσο γιατί δυστυχώς αποτελούν μοτίβο συμπεριφοράς, από αυτά που αλλάζουν δύσκολα. Παρόλα αυτά, εγώ το προσπαθώ. Επίσης, αναλογιζόμενος την πορεία που έχω κάνει στο δημιουργικό τομέα, μένω πολύ ευχαριστημένος από αυτήν (με τα δικά μου δεδομένα). Αυτό με γεμίζει δύναμη και αισιοδοξία.

Εκλάμψεις, αναλαμπές; Συνήθως με ποιον τις μοιράζεστε;

Με τον εαυτό μου, είναι αρκετές οι ιδέες που έχω, προσπαθώ να τις επεξεργαστώ μέσα μου για να δω κατά πόσο είναι υλοποιήσιμες, σε τι βάθος χρόνου και με ποιες δυσκολίες. Θεωρώ πως γενικά είμαι πιο πολύ μεθοδικός. Στο βαθμό που οι ιδέες αυτές μπορούν να μετουσιωθούν σε κάτι πιο απτό, τότε απευθύνομαι στα άτομα, με τα οποία θα συνεργαστώ. Πάρα πολλές άλλες όμως μένουν απλά ιδέες, έρχονται και φεύγουν.

Ο άνθρωπος, ανέκαθεν, ως οντότητα ζει ανάμεσα σε πειρασμούς. Ασπίδες έχουμε;

Εξαρτάται από τους πειρασμούς, τις συνέπειες και τους βαθμούς ελευθερίας. Οι νόμοι είναι μια ασπίδα. Η μόρφωση είναι μια άλλη. Το αξιακό και ηθικό σύστημα όμως του καθενός είναι η μεγαλύτερη. Όταν ακούμε τη λέξη «πειρασμός» πάντα θέλουμε να πηγαίνει το μυαλό μας σε κάτι αντισυμβατικό ή απελευθερωτικό. Δεν είναι πάντα έτσι. Γι’αυτό και θα ξαναπώ πως εξαρτάται από τον πειρασμό.

Τι σας προσγειώνει απότομα;

Η αχαριστία και η αγνωμοσύνη, αναφέρθηκα και παραπάνω σε αυτά. Είμαι γενικά ένα δοτικό άτομο, δεν περιμένω ανταπόδοση. Από την άλλη όμως με σοκάρει και το άλλο άκρο, η παντελής υποβάθμιση της βοήθειας που μου ζητήθηκε. Εκεί συνήθως ξεγράφω το άτομο.

Δώστε μου ένα λόγο για ν’ αγαπήσει κανείς τη μέρα.

Οι απλές καθημερινές ασχολίες, να ξυπνήσει κανείς και να ανοίξει τα παράθυρα για να μπει ο ήλιος μέσα, ένας καφές χαζεύοντας στον υπολογιστή, μια καλή βόλτα, ένα φαγητό. Στα απλά πράγματα, στις αβίαστες και χαλαρές κινήσεις και συνήθειες κρύβεται κατά τη γνώμη μου μεγάλη ομορφιά.

Σε ποια εποχή συναντάμε τον αληθινό Βασίλη, όπου συμμετέχουν σε αυτό που ζει όλα τα μέρη του σώματος (σώμα, μυαλό, ψυχή); 

Ίσως να λέγαμε καλύτερα, σε ποια φάση. Όταν γράφω ένα νεανικό βιβλίο, τότε, μπορώ να πω, ότι είμαι πολύ συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνω, ακόμα κι όταν δεν γράφω άμεσα. Κατά τ’ άλλα σε περιόδους έντονων συγκινησιακών φορτίσεων ή προβλημάτων, συμμετέχω ολοκληρωτικά στην κατάσταση.

Ποια είναι η ραχοκοκαλιά της ζωής;

Να τα έχει κανείς καλά με τον εαυτό του, να τα περνά καλά μαζί του, να τον αντέχει.

Ενότητα 2η: H τέχνη της γραφής

Από τα είδη του λόγου, ποιο σας συγκινεί/συναρπάζει  περισσότερο;

Το μυθιστόρημα, και δη το ιστορικό και το αστυνομικό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλα είδη ή πως κι από αυτό που μου αρέσει είμαι πάντα ικανοποιημένος.

Υπάρχει λογοτεχνικός ήρωας του οποίου το γραφτό της μοίρας θα αλλάζατε;

Η Laura Wingfield του «Γυάλινου Κόσμου» (Τένεσι Ουίλιαμς) είναι για μένα ένας από τους τραγικότερους λογοτεχνικούς ήρωες της σύγχρονης δραματουργίας. Θα ήθελα να αλλάξω τη μοίρα της, όπως και αυτή των κεντρικών ηρώων στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» και στο «Ανατολικά της Εδέμ» του Στάινμπεκ. Όμως ο ήρωας κουβαλά τη μοίρα του, την τραγικότητά του, όσο και να θέλαμε να παρέμβουμε εμείς. Αυτό του δίνει το λογοτεχνικό μεγαλείο, η μάχη του απέναντι στο εαυτό του και το περιβάλλον του και η ενδεχόμενη ήττα. Άρα εν τέλει δε θα άγγιζα τίποτα.

Η γραφή απαιτεί πειθαρχία ή λειτουργεί αυτόματα;         

Απαιτεί πρωτίστως πειθαρχία για να μπορέσει να λειτουργήσει μετά αυτόματα, αυτά τα δύο αλληλοσυμπληρώνονται και χτίζουν από κοινού το όποιο δημιούργημα.

Επιλέγετε ένα καλοξυσμένο μολύβι ή μια καινούργια γραμματοσειρά ενός πολυμέσου, για να ζυμώσετε το χρόνο, τον τόπο, τους ήρωες ως πρώτη επαφή με τη σελίδα;

Γράφω στον υπολογιστή με μια συνηθισμένη, κοινή γραμματοσειρά. Η αλήθεια είναι πως δε δίνω και μεγάλη σημασία στο είδος, αφού μπορεί να αλλαχθεί. Πάντως προτιμώ κάτι κλασικό για να μου είναι οικείο στην εμφάνιση.

Ας π(ι)ούμε μαζί έναν αγαπημένο σας στίχο/φράση/απόσπασμα από την εγχώρια ή παγκόσμια λογοτεχνία.

Θα προτιμήσω να αναφέρω λογοτεχνικούς ήρωες από ταινίες, ξέροντας βέβαια πως οι εν λόγω χαρακτήρες είναι πρωτίστως κινηματογραφικοί, αλλά η τραγικότητα των στιγμών τους, προσδίδει λογοτεχνική αξία. Έχω χρησιμοποιήσει σαν πρώτη ύλη σε βιβλίο τη σκηνή από «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές», όπου ο σερίφης Γκάρυ Κούπερ, περιμένει σε μια έρημα πόλη τους ληστές της πόλης για να τους αντιμετωπίσει, μόνος, αβοήθητος, μια φιγούρα που στέκει στη μέση ενός χωριού-φάντασμα, απέναντι στην όποια μοίρα του, αγέρωχος και αποφασισμένος. Η άλλη σκηνή είναι από το «Τρένο της μεγάλης φυγής» του Κοντσαλόφσκι (τώρα συνειδητοποιώ ότι και στις δυο ταινίες υπάρχει το τρένο, φαντάζομαι κάτι θα σημαίνει αυτό), όπου αστυνομικός και κατάδικος, καλό και κακό (ο θεατής δεν ξέρει τελικά ποιο είναι ποιο), δεμένοι στο ακυβέρνητο τρένο, που τρέχει προς την καταστροφή του, περιμένουν το αναπόφευκτο, και ελάχιστες στιγμές πριν από την επερχόμενη τραγωδία, συμφιλιώνονται με τον εαυτό τους και κατ’επέκταση με τον άλλον.

Ενότητα 3η: Μια φράση ασυμπλήρωτη

 (Ένα μικρό λογοπαίγνιο με αφορμή τον τίτλο βιβλίου «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις» του  Δρ. Φελίτσε Λεονάρντο Μπουσκάλια)

Να ζεις, να αγαπάς, να μαθαίνεις και να ελπίζεις πως… την ευτυχία θα στην προσφέρει η δουλειά που θα κάνεις με τον εαυτό σου, η συμφιλίωση μαζί του.

Υ.Γ. Οι ταινίες κρύβουν μέσα στη συντομία τους μεγαλειώδεις πανανθρώπινες αξίες. Υπάρχει κάποια την οποία, από πλευράς σεναρίου, μας παροτρύνετε να δούμε;

Σε προηγούμενη ερώτηση ανέφερα σκηνές από ταινίες. Για να μην επαναληφθώ και για να ανατρέψω λίγο το ερώτημα, εδώ θα αναφέρω δυο βιβλία που με σημάδεψαν. Είναι «Ο φύλακας στη σίκαλη» και «Ο άρχοντας των μυγών», το καθένα για διαφορετικούς λόγους. Αν όμως είναι να αναφέρω και μια ταινία μεταξύ άλλων, σίγουρα θα ανέφερα το «Επικίνδυνες Σχέσεις», βασισμένο στο επιστολικό μυθιστόρημα του Σοντερλό Ντε Λακλος, που είναι μια βαθιά κατάδυση στα πιο σκοτεινά κίνητρα και σκέψεις του ανθρώπινου νου.

Συνέντευξη στο ΛΕΞΗtanil, Περιοδικό ΜΠΣ Δημιουργικής Γραφής Πανεπιστημίου Δυτ.Μακεδονίας, Τεύχος 1 - Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2016

Δεδομένης της ελλιπούς φιλαναγνωσίας στις μικρότερες ηλικίες, τι σημαίνει για έναν συγγραφέα η δοκιμή στον χώρο της παιδικής κι εφηβικής λογοτεχνίας;

Η παιδική κι εφηβική λογοτεχνία είναι από τα πιο δύσκολα είδη. Κι αυτό δεν το λέω σαν κλισέ, όπως ακούγεται πάντα, αλλά επειδή ο συγγραφέας κινείται σε αχαρτογράφητα ύδατα. Κατ’ αρχάς, ανά δύο έτη περίπου αλλάζει το επίπεδο του αναγνωστικού κοινού. Άλλο η Γ-Δ Δημοτικού κι άλλο η Ε-Στ. Έπειτα, κι επειδή μιλάμε για αδιαμόρφωτους, μη συνειδητούς αναγνώστες, με περιορισμένες εμπειρίες ή ακόμα κι ενδιαφέροντα, ακόμα και με την απόλυτη αντίληψη του «μου αρέσει αυτό και τίποτε άλλο», είναι πολύ δύσκολο να πιάσεις πάρα πολλούς ταυτόχρονα. Τουλάχιστον πιο δύσκολο από τη λογοτεχνία ενηλίκων, καθώς η απόρριψη της ανάγνωσης καραδοκεί σε κάθε βήμα. Συνηθίζω να σκέπτομαι γράφοντας για νέους, ότι αν πιάσεις τον παλμό 15χρονου παραβατικού αγοριού, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχεις πιάσει κι όλους τους υπόλοιπους, καθώς το εν λόγω αγόρι είναι το πιο δύσκολο είδος αναγνώστη. Συνεπώς είναι μεγάλη πρόκληση να γράψεις κάτι που να ενδιαφέρει πολλούς. Είναι εξαιρετικά εύκολο για τον καθένα να γράψει μια ιστορία δύο σελίδων, που μπορεί να εκδοθεί ως παραμύθι, είναι όμως πολύ δύσκολο να γράψει μια ενδιαφέρουσα ιστορία δύο σελίδων. Και προφανώς, όταν λέω ενδιαφέρουσα, εννοώ για τον τελικό αποδέκτη, το παιδί.

Είσαστε ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας, με εργογραφία αλλά και συνεισφορά στο πεδίο αυτό. Ποια συμβουλή δίνετε στα νεότερα παιδιά για ό,τι αφορά τον κόσμο του βιβλίου; Μπορεί το βιβλίο να αντισταθμίσει το "δέλεαρ" της νέας τεχνολογίας;

Δεν ξέρω αν έδινα συμβουλή κατά κύριο λόγο στα παιδιά, πιστεύω ότι οι όποιες συμβουλές πρέπει να απευθύνονται στους εκδοτικούς οίκους και στους συγγραφείς. Να προσέχουν δηλαδή τι βγάζουν. Θυμάμαι παλιότερα ότι στη θέση της νέας τεχνολογίας υπήρχε η τηλεόραση κι ακόμα πιο παλιά το παιχνίδι. Μα, δεν αντιστρατεύεται το ένα το άλλο! Μπορούν να συνυπάρχουν τα πάντα. Γνώμη μου είναι πως το βιβλίο πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστικό, με το να αποβάλλει την εικόνα της βαρετής δραστηριότητας που έχει στα μάτια των παιδιών. Αν κάποιο παιδί διάβαζε 4-5 συνεχόμενα βιβλία, που θα τα έβρισκε συναρπαστικά, τότε πιστεύω πως το στοίχημα θα είχε κερδηθεί. Συνεπώς δεν δαιμονοποιώ την τεχνολογία, ασκώ κριτική σε όλα αυτά τα μη ενδιαφέροντα βιβλία που κυκλοφορούν. Στα παιδιά όμως παρουσιάζεται το εξής φαινόμενο: να έχουν διαβάσει ένα βιβλίο που τα έχει συνεπάρει, αλλά να αρνούνται να διαβάσουν δεύτερο, από τον φόβο μήπως βαρεθούν. Άρα μια «μεγαλόσχημη» συμβουλή που θα τους έδινα είναι να μην τα παρατάνε με την πρώτη.

Μέσω της κρίσης, οικονομικής και κοινωνικής, πιστεύετε ότι και ο συγγραφικός-εκδοτικός ορίζοντας θα εξορθολογιστεί; Τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε μια "εκδοτική φούσκα" με αμφίβολης αξίας βιβλία. Είναι μια ευκαιρία τώρα;

Αρχικά πίστευα ότι θα υπήρχε ένας κάποιος εξορθολογισμός, ότι οι εκδοτικοί οίκοι θα ήταν πιο επιλεκτικοί με τους υπό έκδοση τίτλους. Μάλλον διαψεύστηκα. Κι αυτό γιατί έχουν αυξηθεί τόσο οι αυτοεκδόσεις, όσο και οι επί πληρωμή εκδόσεις σε γνωστούς εκδοτικούς. Επιπλέον, όσον αφορά στο παιδικό βιβλίο, παρατηρείται μια εμπορική στροφή προς το σχολείο, βγαίνουν δηλαδή πάρα πολλοί τίτλοι, όπου η θεματολογία και η ανάπτυξη της ιστορίας εξυπηρετεί προβληματικές που αναπτύσσονται στην τάξη. Αυτό συνοδεύεται από έναν υποβόσκοντα συντηρητισμό και διδακτισμό. Η ευκαιρία λοιπόν μέχρι στιγμής έχει χαθεί, το ζήτημα είναι αν θα αντιστραφεί αυτή η τάση, αν θα σπάσει ο κύκλος εκδότες-συγγραφείς-σχολείο, που δεν λαμβάνει υπόψη τους αναγνώστες, δηλαδή τα παιδιά.

Η εμπειρία από το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Δημιουργικής Γραφής στη Φλώρινα, τι αποκομίζει; Διακρίνετε κάποια θετικά πρόσημα για τη φιλαναγνωσία στα σχολεία μέσω της δημιουργικής γραφής και των εξειδικευμένων εκπαιδευτικών που παρακολουθούν το μεταπτυχιακό;

Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής στη Φλώρινα είναι ένα πρόγραμμα υψηλής προστιθέμενης αξίας και υψηλού κύρους. Αυτό οφείλεται στη δομή του, στους διδάσκοντες, στα μαθήματα, στο επίπεδό του (το μόνο μεταπτυχιακό σε αυτή την κατεύθυνση), αλλά και στους φοιτητές του, που συνειδητά το επιλέγουν να το παρακολουθήσουν, όντας δύσκολο (και πολυέξοδο) να πηγαίνουν στη Φλώρινα. Προσωπικά δεν θα το σύγκρινα με κάτι άλλο εντός Ελλάδας, είναι κάτι μοναδικό. Συνεπώς η κατάρτιση των φοιτητών, η εμπειρία τους, οι εργασίες που κάνουν, αποτελούν για μένα εχέγγυα για καλύτερη προσέγγιση της φιλαναγνωσίας στα σχολεία και γενικά. Κοινώς, σε σχέση με συναδέλφους τους, θεωρώ ότι έχουν μεγαλύτερη (και καλύτερη) εξειδίκευση σε ορισμένους τομείς εκπαίδευσης.

Περιγράψτε 2 και 2 σημεία (θετικά-αρνητικά) που παρατηρούνται στη σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία για το νεανικό κοινό.

Κατά τη γνώμη μου δεν τίθεται θέμα βιβλιογραφίας και τάσεων, όσο θέμα συγγραφέων. Υπάρχουν αυτοί που με συνέπεια θα βγάλουν το βιβλίο τους, το οποίο θα έχει υφολογικές, δομικές και θεματολογικές αρετές, όπως τόλμη π.χ., αλλά υπάρχουν και αυτοί που θα πιάσουν ένα θέμα της μόδας και γύρω από αυτό θα φτιάξουν μια ιστορία, τις πιο πολλές φορές με διδακτισμό. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται συχνότερα στα βιβλία που απευθύνονται σε μικρότερες ηλικίες, τα νεανικά, επειδή είναι μεγάλη φόρμα (μυθιστορήματα) είναι πολύ πιο δουλεμένα σε όλα τα επίπεδα. Το τελευταίο διάστημα δε, τα θέματα και η οπτική στα νεανικά μυθιστορήματα αφήνει έναν αέρα αισιοδοξίας. Πιστεύω ότι σε αυτό ειδικά το είδος έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου.

Συνέντευξη στον Γιάννη Φαρσάρη, Fractal - 17 Φεβρουαρίου 2016

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου απαντά στο ερωτηματολόγιο του Προυστ

Εδώ και δεκαπέντε χρόνια συνεχίζει άοκνα να δημιουργεί ιστορίες που γοητεύουν παιδιά και εφήβους. Μονίμως χαμογελαστός και αεικίνητος, έχει γνωρίσει την αναγνώριση που του αξίζει, μα συνεχίζει ενθουσιωδώς την αναμέτρηση με τις λέξεις. Και κάνει ακόμα ένα βήμα παραπέρα: Διαθέτει ελεύθερα 14 βιβλία του σε ψηφιακή μορφή, σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Βλέμμα καθαρό, χέρι δημιουργικό, πνεύμα ανοικτό.

Ποιο είναι το κυρίαρχο γνώρισμα του χαρακτήρα σας; Ίσως η προσπάθεια να είμαι συνεπής.

Ποια αρετή ζηλεύετε σ’ έναν άντρα;  Το να μην είναι αγνώμων.

Ποια αρετή ζηλεύετε σε μια γυναίκα;  Την ηρεμία.

Τι εκτιμάτε περισσότερο στους φίλους σας; Το χιούμορ, την αίσθηση της πλάκας.

Ποιο είναι το βασικό σας ελάττωμα; Η δοτικότητα που παρουσιάζω σε πολλές περιπτώσεις.

Ποια είναι η αγαπημένη σας ενασχόληση; Το χαζολόγημα.

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την ευτυχία; Να διαβάζεις ένα βιβλίο ή να βλέπεις τη θάλασσα χωρίς να απασχολεί τίποτα το μυαλό σου.

Ποια είναι για εσάς η μεγαλύτερη δυστυχία; Η μοναξιά.

Εάν δεν ήσασταν ο εαυτός σας, ποιος θα θέλατε να είστε; Δεν ξέρω, ο Πολ Νιούμαν μάλλον, αλλά το βλέπω δύσκολο.

Σε ποια χώρα θα θέλατε να ζείτε; Αμερική, Δυτική Ευρώπη, Σκανδιναβικές χώρες, Νότια Ευρώπη, οι επιλογές είναι πολλές, αρκεί να μην είναι εδώ.

Το αγαπημένο σας χρώμα; Κίτρινο.

Το αγαπημένο σας λουλούδι; Η γαρδένια.

Το αγαπημένο σας πουλί; Δεν έχω, αλλά για να σας αποζημιώσω θα πω ότι ο αγαπημένος μου αριθμός είναι το 24.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Ο Στάινμπεκ, ο Γκόλντινγκ, ο Τζακ Λόντον.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ποιητές; Ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

Οι αγαπημένοι σας λογοτεχνικοί ήρωες; Ο Χόλντεν Κώλφηλντ από το Φύλακα στη σίκαλη.

Οι αγαπημένες σας λογοτεχνικές ηρωίδες; Η Λώρα Γουίνγκφιλντ, από το Γυάλινο Κόσμο του Τ. Ουίλλιαμς.

Οι αγαπημένοι σας συνθέτες; Ο Ένιο Μορικόνε, ο Χένρυ Μαντσίνι, ο Νίνο Ρότα, ο Ράντυ Νιούμαν.

Οι αγαπημένοι σας ζωγράφοι; Ο Εγγονόπουλος.

Οι ήρωες σας από την πραγματική ζωή; Όλοι όσοι επιδεικνύουν αξιοπρέπεια στην πράξη και δεν την επικαλούνται απλά.

Ποιες ιστορικές προσωπικότητες αντιπαθείτε περισσότερο; Όλες τις φιγούρες λαϊκισμού και δημαγωγίας, είναι αμέτρτες.

Οι αγαπημένες σας ηρωίδες από την παγκόσμια ιστορία; Ειλικρινά δεν το έχω σκεφτεί. Ούτε μπορώ να πω κάτι πρόχειρο, έτσι απλά για να βρω κάποιες.

Το αγαπημένο σας φαγητό και ποτό; Τα ποτά δεν μ’αρέσουν, σε αντίθεση με τα φαγητά που δεν μπορώ να ξεχωρίσω ποιο μου πρωτοαρέσει.

Τα αγαπημένα σας ονόματα; Πέτρος, Παύλος, Κίμωνας, Άννα.

Τι μισείτε περισσότερο; Την αγένεια και την έλλειψη σεβασμού της καθημερινότητας.

Ποιο ιστορικό στρατιωτικό γεγονός θαυμάζετε περισσότερο; Φαντάζομαι την πολιορκία του Στάλινγκραντ και τις μάχες του Μ. Αλέξανδρου και Ναπολέοντα, που έδειξαν τη μεγαλοφυΐα τους.

Με ποιο φυσικό ταλέντο θα θέλατε να είστε προικισμένος; Να πιάνουν τα χέρια μου από κατασκευές κι επιδιορθώσεις.

Με ποιον τρόπο θα επιθυμούσατε να πεθάνετε; Με όσο πιο ανώδυνο τρόπο γίνεται.

Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτό τον καιρό; Σε μια κατάσταση αναμονής, κάτι μεταξύ αποχαύνωσης και μελλοντικής ενεργητικότητας.

Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια; Σε αυτά που δεν έχει συνειδητοποιήσει ο άλλος πως είναι λάθη.

Το αγαπημένο σας απόφθεγμα; Να μην κάνεις στους άλλους, αυτό που δεν θες να σου κάνουν αυτοί.

Συνέντευξη στο Σπύρο Γιαννακόπουλο, Ερευνητές του Σαββάτου, Καθημερινή - 13 Απριλίου 2015

Έξω οι «bully-ηδες» από τη ζωή μας!

Ζητήσαμε από δύο συγγραφείς να «μιλήσουν» μαζί μας για το θέμα της ενδοσχολικής βίας. Αλλιώς school bullying. Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου και η Ουρανία Τουτουντζή δε μιλάνε με την ιδιότητα του «ειδικού». Μιλάνε ως συγγραφείς, που έχουν μελετήσει το θέμα της ενδοσχολικής βίας και με τις ευαίσθητες κεραίες τους και την τέχνη τους έφτιαξαν δύο ιστορίες, για μεγαλύτερα και για μικρότερα παιδιά αντίστοιχα, που θα προτείναμε να διαβάσουν όλοι: θύματα, θύτες και θεατές. Οι ιστορίες τους δεν αναμασάνε μία από τα ίδια και δε μας «διδάσκουν». Είναι δύο ωραία βιβλία που «πιάνουν», με διαφορετικό τρόπο το καθένα, το σφυγμό της εποχής μας.

Ο πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος Βασίλης Παπαθεοδώρου είναι ένας συγγραφέας που με αμεσότητα μπορεί και απευθύνεται στους εφήβους, κατανοώντας τα προβλήματά τους και μιλώντας στη γλώσσα τους. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, «Το ημερολόγιο ενός δειλού», καταπιάνεται με ένα θέμα που όπως φαίνεται το γνωρίζει καλά: το bullying.

Στο «Ημερολόγιο ενός δειλού» ακολουθούμε δύο αφηγήσεις, αυτήν του θύματος και αυτήν του θύτη. Ποιος από τους δύο, όμως, είναι ο δειλός;

Και οι δύο, καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο Θοδωρής, το «θύμα», φοβάται τους άλλους, ενώ ο Νίκος, ο «θύτης», φοβάται τον εαυτό του. Και οι δύο αρνούνται να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους και την εικόνα τους, αρνούνται να δουν τι είναι και πώς θέλουν να είναι. Από τη στιγμή που αρχίζουν να συνειδητοποιούν τι νιώθουν, αρχίζουν να αλλάζουν.

Ο θύτης είναι θεωρητικά ο δυνατός, συμβαίνει συχνά όλο το σχολείο να θέλει να τα έχει καλά μαζί του. Το θύμα είναι μόνο του;

Ίσως όχι και τόσο μόνο, όπως πιστεύει το ίδιο ή και εμείς. Υπάρχουν πάρα πολλοί που ξέρουν τι είναι σωστό και τι λάθος, απλώς φοβούνται να το εκφράσουν. Έτσι μοιάζει σαν να είναι το θύμα μόνο του σε έναν εχθρικό κόσμο, πράγμα που χειροτερεύει την κατάσταση. Το άλλο ερώτημα βέβαια είναι: «Ποιος είναι στην ουσία ο “δυνατός”;». Αυτός που φαίνεται και το επιδεικνύει ή αυτός που υπομένει και προσπαθεί να βελτιωθεί; Μερικές φορές, τις πιο πολλές ίσως, αυτές οι συμπεριφορές ακολουθούν τα πρόσωπα σε όλη τη ζωή τους. Γι’ αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται από νωρίς.

Πλάκες, αστεία, πείραγμα, ποια τα όρια;

Στις πλάκες και στα αστεία γελάνε όλοι, έστω και στο τέλος. Στο πείραγμα όχι. Οι λόγοι είναι διαφορετικοί, τα αστεία γίνονται για το γέλιο, το πείραγμα για την ταπείνωση. Επίσης, το χοντρό πείραγμα αλλοιώνει το χαρακτήρα του θύματος, τον φοβίζει, τον αποκλείει. Κάπου εκεί βρίσκονται και τα όρια. Bullying είναι μια κακοήθης τακτική που προέρχεται από ένα άτομο και απευθύνεται σε ένα άλλο. Το δεύτερο άτομο καταπιέζεται και τρομοκρατείται για να κερδίσει το πρώτο (δημοφιλία, δύναμη, κ.λπ.). Αυτό είναι καθαρή τρομοκράτηση.

Κι εμείς που γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων περιστατικών και κάνουμε τα στραβά μάτια;

Κακώς νομίζουμε ότι το θέμα δε μας αφορά, ότι δεν πρέπει να χώνουμε τη μύτη μας στις δουλειές άλλων. Αυτό το βαφτίζουμε «διακριτικότητα» και αποβάλλουμε τις ενοχές μας. Το φαινόμενο όμως δεν έχει να κάνει με διαπροσωπικές διαφορές, έχει να κάνει με τρομοκρατία και ζητήματα ανθρωπιάς. Πρέπει να απενοχοποιήσουμε την όποια παρέμβασή μας στο πρόβλημα. Το πιο απλό που θα μπορούσαμε να κάνουμε θα ήταν να μη λαμβάνουμε μέρος, έστω και παθητικά (με σιωπηλή επιδοκιμασία, γέλια, χαμόγελα, κ.λπ.) σε αυτό. Τότε θα μειωνόταν το φαινόμενο, επειδή τρέφεται αποκλειστικά και μόνο από τις αντιδράσεις των τρίτων, δηλαδή τις δικές μας.

Συνέντευξη στη Δήμητρα Τριανταφύλλου, Περιοδικό Τaλκ, Τεύχος 40 - Απρίλιος 2015

Σε δύο πραγματικά ανατριχιαστικές συμπτώσεις και πάντα λίγο πριν από τα αληθινά γεγονότα, τα βιβλία του Βασίλη Παπαθεοδώρου (σχεδόν όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη) μοιάζουν να προεξοφλούν το μέλλον. Το 2007 κυκλοφόρησε το εφηβικό μυθιστόρημά του «Χνότα στο τζάμι» με έναν έφηβο ήρωα της ιστορίας να δολοφονείται. Έναν χρόνο αργότερα η χώρα θρηνούσε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Το πολύ πρόσφατο (εκδόθηκε τον περασμένο Νοέμβριο) «Ημερολόγιο ενός δειλού» θυμίζει επίσης χρονικό προεκτελεσθέντος θανάτου αφού τέσσερις μήνες μετά την κυκλοφορία του πολύ δυνατού αυτού νεανικού βιβλίου γύρω από το bullying θρηνήσαμε ένα αληθινό θύμα –το πρώτο εξαιτίας της ενδοσχολικής βίας σε αυτήν τη χώρα. Ο συγγραφέας, στον οποίο οι πιτσιρικάδες εξομολογούνται τα ντέρτια τους στο facebook, γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε μεταλλειολόγος και χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ και σήμερα εργάζεται ως τραπεζικός υπάλληλος. Το πρώτο βιβλίο του με τίτλο «Σχολική παράσταση» βραβεύτηκε από τη «Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά». Από τότε έως σήμερα γράφει παιδικά και εφηβικά μυθιστορήματα, πέντε από τα οποία («Το μήνυμα», «Οι Εννέα Καίσαρες», «Χνότα στο τζάμι», «Στη διαπασών», «Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας») διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους. Έχει τιμηθεί δύο φορές με το «Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας» (2008, 2010), δύο φορές με το Βραβείο του Περιοδικού «Διαβάζω» και με πολλά άλλα λογοτεχνικά βραβεία. Όπως καταλαβαίνετε το Τaλκ είχε πολλά να τον ρωτήσει!

Πως βρεθήκατε να πιάνετε στα χέρια σας το θέμα για το bullying; Έχετε μιλήσει για εκείνο το αγόρι που γνωρίσατε σε μια επίσκεψη σας σε σχολείο, ένα αγόρι με κόμπο στο λαιμό κι υγρά μάτια. Τι σας εξομολογήθηκε; Τι του είπατε εσείς για να τον παρηγορήσετε;

Το αγόρι ήταν η αφορμή, φαντάζομαι γεγονότα, πληροφορίες κι εμπειρίες ετών, βρίσκονταν στο μυαλό μου εδώ και χρόνια κι απλά χρειάζονταν μια «σπίθα» για να βγουν προς τα έξω. Το παιδί στην αρχή αρνιόταν να παραδεχτεί σε τρίτο άτομο, σε μένα δηλαδή, αυτό που συνέβαινε. Για να είμαι ειλικρινής, ντρεπόταν, ντρεπόταν πολύ. Του είπα ότι κι εγώ στα μαθητικά μου χρόνια είχα υπάρξει στόχος, αυτό όμως δεν με εμπόδισε να πάω παραπέρα. Στο τέλος της σύντομης συζήτησής μας, το αγόρι πήγε να δακρύσει νιώθοντας κάπως ανακουφισμένο.

Τι αισθανθήκατε/σκεφτήκατε μόλις ακούσατε για τον θάνατο του Βαγγέλη;

Αυτό που ένιωσε και κάθε σώφρων, λογικός άνθρωπος που έχει τη στοιχειώδη ανθρωπιά μέσα του. Δεν ένιωσα έκπληξη, παρόμοια περιστατικά έχουν συμβεί πολλά στο εξωτερικό. Απλά και λόγω βιβλίου αισθάνθηκα κάπως άβολα, παρόμοια είχα αισθανθεί και το 2008 με τα γεγονότα του Γρηγορόπουλου. Επιπλέον, πέρα από το αποτρόπαιο αυτό γεγονός, είναι απορίας άξιο το κατά πόσο έχει διαβρωθεί και σαπίσει μέρος της κοινωνίας, που απλά δεν μπορεί να καταλάβει, να συνειδητοποιήσει απλά, όχι μόνο τον πόνο που προκαλεί στον άλλον, αλλά και ένα βασικό διαχωρισμό εννοιών, νομίζοντας πως το bullying είναι πλάκα και βγάζοντας τον εαυτό της από τη θέση του ηθικού αυτουργού. Ναι, είναι πρωτίστως θέμα ηθικής για την κοινωνία.

Έφηβος μέσα σε ελληνική οικογένεια εν μέσω κρίσης. Τι βλέπετε σε αυτή την εικόνα;

Δε θα κάνω το διαχωρισμό «μέσα στην κρίση»-«έξω από την κρίση». Οι έφηβοι έχουν τους δικούς τους κώδικες που αντέχουν και είναι διακριτοί, αλλά και διαφορετικοί από αυτούς του περιβάλλοντός τους. Ο εφηβικός μικρόκοσμος είναι εντελώς διαφορετικός από τον δικό μας, υπάρχουν βέβαια πολλά κοινά σημεία, αλλά στα περισσότερα διαφοροποιούνται. Στους εφήβους, τα συναισθήματα και η διαχείρισή τους, οι φιλίες, οι έρωτες, οι χωρισμοί, οι προδοσίες κατέχουν μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Ίσως και γιατί έχουν κάποιον από πάνω τους να τους προσέχει. Παρόλα αυτά δεν μπορώ να πω ότι μένουν ανεπηρέαστοι από την κρίση, απλά τη βιώνουν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ότι εμείς.

Πως κόβατε βόλτες στο κεφάλι του δειλού πρωταγωνιστή στο τελευταίο βιβλίο σας; Πως νιώθατε εκεί στη θέση του; Έχετε βιώσει αυτή την περιθωριοποίηση ως παιδί;

Δεν ξέρω το πώς και το γιατί, πάντως μου ήταν εξαιρετικά εύκολο να μπω στο μυαλό των πρωταγωνιστών, και του θύτη και του θύματος. Αφενός βοήθησε η πρωτοπρόσωπη γραφή του βιβλίου, αφετέρου, ναι, έχω κι εγώ βρεθεί κατά κάποιον τρόπο σε παρόμοια θέση, είτε στο σχολικό, είτε κάνοντας κατάμαυρες σκέψεις περί θανάτου, κλπ. Πιστεύω ότι αυτές οι μαύρες σκέψεις και η γρήγορη εναλλαγή ακραίων συναισθημάτων δεν είναι κάτι ασυνήθιστο στους εφήβους. Επιπροσθέτως, επειδή ήμουν κατά βάση ένα μοναχικό παιδί, είχα υπερβολικά πολύ χρόνο για να σκέπτομαι μόνος μου. Και συνήθως αυτές οι σκέψεις δεν είναι ρόδινες.

Μα πως μπορεί τελικά να αποκτά ισχυρό αίσθημα σαδισμού ένα παιδί 4 ή 5 χρονών;

Το παιδί από πολύ μικρό αποκτά τα πρώτες τάσεις που θα διαμορφωθούν αργότερα σε μοτίβα συμπεριφοράς. Πώς είναι δυνατόν να ζηλεύει όντας 1,5 έτους, το νεογέννητο αδερφάκι του; Ε, είναι. Και η κατάσταση θα επιδεινώνεται μέσω της άστοχης ή όποιας άστοχης αντιμετώπισης των γονέων. Στο βιβλίο ήθελα να καταδείξω το ρόλο που παίζει η οικογένεια στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού, είτε προς τη μία, είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε, πως επειδή ακριβώς λείπει από τα πολύ μικρά παιδιά η κρίση και η λογική, είναι πολύ ανεπτυγμένη η διαίσθηση. Ένα παιδί μπορεί να διαισθανθεί συμπεριφορές ενηλίκων, ακόμα κι όταν ο ίδιος ο ενήλικας δεν έχει γνώση αυτών. Ένα ελαφρό σημάδι αποδοκιμασίας, ένα παιδί το βιώνει σαν απόρριψη, μια υπαναχώρηση, ενδεχομένως σαν αδυναμία.

Το εφηβικό κοινό που προσεγγίζετε θεωρείται αρκετά δύσκολο. Που έγκειται η δυσκολία του; Ποιες είναι οι προκλήσεις εδώ;

Το νεανικό κοινό είναι δύσκολο γιατί αφενός δεν διαβάζει πολύ, και αφετέρου (πράγμα που είναι και το πιο σημαντικό) μεταβάλλεται ραγδαία. Ένας έφηβος δεν είναι το ίδιο παιδί που ήταν μισό χρόνο πιο πριν. Συνεπώς θεωρώ πως είναι αρκετά δύσκολο να τους προσεγγίσεις ως ενήλικας, προτιμούν και θέλουν έναν μεγάλο αδερφό, ένα μεγαλύτερο φίλο, για να τον εμπιστεύονται. Αυτό προσπαθώ να περάσω στα βιβλία: Αληθινά συναισθήματα, αληθινές καταστάσεις, που να προσφέρουν μια ταύτιση με τον αναγνώστη. Οι πρόκληση να κερδίσεις το εφηβικό κοινό, έγκειται στην εμπιστοσύνη, στο να μην το κοροϊδέψεις ψευτονεανίζοντας.

Βία στα γήπεδα-παρ’ όλες τις εξαγγελίες της νέα κυβέρνησης συνεχίζουμε στο ίδιο μοτίβο. Την έχετε ζήσει τη βία τα γήπεδα, την έχετε δει ως νέος κι έφηβος και γιατί πιστεύετε ότι είναι τόσο ισχυρό ναρκωτικό για τους νέους στη χώρα μας;

Δεν την έχω ζήσει από κοντά για να είμαι ειλικρινής, πέρα απ’ότι έχω διαβάσει ή δει στην τηλεόραση. Κι αυτά όμως είναι αρκετά. Το φαινόμενο είναι αρκετά σύνθετο, ειδικά στους νέους. Οι νέοι θέλουν να ανήκουν κάπου και παράλληλα να ξεχωρίζουν, δυο φαινομενικά αντίρροπες τάσεις που κατά περίεργο κι αρρωστημένο τρόπο συγκλίνουν εύκολα στο να είναι κάποιος μέλος μιας θύρας (ανήκω σε ομάδα) και παράλληλα να ξεχωρίζει μέσω της δύναμης και της οργής με τους ομοίους του. Φυσικά δεν υποτιμώ εδώ τον παράγοντα της καθοδήγησης που είναι υπαρκτός.

Σε άλλο σας βιβλίο σκιαγραφήσατε τον Γρηγορόπουλο. Γενικώς η βία έχει εξέχουσα θέση στα βιβλία σας. Θεωρείτε ότι αυτό είναι το μείζων ζήτημα στις ζωές μας αλλά και στις ζωές των νέων σήμερα;

Καταρχήν το «Χνότα στο τζάμι» δεν είναι βιβλίο για τον Γρηγορόπουλο, αφού έχει γραφτεί το 2006 κι εκδοθεί το 2007. Συνέπεσε η δολοφονία κάποιου ήρωα να έχει αρκετά στοιχεία με τα γεγονότα του 2008. Παραδέχομαι όμως ότι η βία παίζει ρόλο στα βιβλία μου, όχι απλά για να υπάρχει, αλλά ως συστατικό μιας άρρωστης κοινωνίας, που πρέπει να μεταλλαχθεί, να αλλάξει. Κατά κάποιο τρόπο ξορκίζω το κακό παρουσιάζοντάς το. Δεν το θεωρώ μειονέκτημα αυτό, ήδη κυκλοφορούν άπειρα βιβλία που δεν αγγίζουν αυτά τα θέματα που σχετίζονται με την κάθε μορφής βία, δεν πειράζει που υπάρχουν και κάποια στα οποία διαδραματίζει ρόλο. Αρκεί να γίνεται αντιληπτό το μήνυμα περί μη-βίας, εκεί εστιάζω την προσοχή μου.

Όταν μιλάτε τετ α τετ με τους έφηβους για ποια πράγματα σας μιλάνε;

Για όλα, γι’αυτά που τους προβληματίζουν. Θεωρώ μεγάλη μου χαρά και τιμή που αρκετοί έφηβοι μου μιλάνε στο Facebook, μου λένε τα δικά τους, επιδιώκουν να με γνωρίσουν, δείχνουν να με εμπιστεύονται. Η σχέση είναι αμφίδρομη έτσι, κερδίζουν και οι δυο πλευρές και αυτοί κι εγώ. Προσπαθώ να είμαι συμβουλευτικός, αν μου ζητηθεί και προσπαθώ να μην είμαι επικριτικός, αυτό θα διατάραζε την επικοινωνία. Ακούω χωρίς να κρίνω, προσπαθώντας να καταλάβω καταστάσεις και να βοηθήσω, όπου μπορώ και όπου κληθώ.

Πως μπορούν να ζήσουν καλύτερα τα θύματα του bullying στο μέλλον; Πολλοί λένε ότι τα τραύματα μοιάζουν δεν γιατρεύονται ποτέ.

Πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να αλλάξει ή βελτιώσει τον εαυτό του, κάνοντας το πρώτο βήμα με το να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, όσο κακά και να είναι. Με το να έχει επίγνωση δηλαδή για το ποιος είναι και τι θέλει. Είναι δύσκολο να γιατρευθούν ολοκληρωτικά τα τραύματα από το bullying, πάντα κάτι θα μείνει μέσα στις στάχτες. Ένα άλλο βήμα θα ήταν να μπορεί το θύμα να συγχωρέσει τον εαυτό του για το κακό που αφέθηκε να πάθει, πράγμα που πάλι είναι δύσκολο. Το να μην αναλογιστεί κάποιος την όλη κατάσταση, και να προσπαθεί να την απωθήσει χωρίς μια κάποια υποτυπώδη «λύση», οποιασδήποτε μορφής, χωρίς ένα είδος κλεισίματος, αυτό πιστεύω ότι είναι το χειρότερο, αυτό που αργότερα τον οδηγεί σε μια πλήρη σχεδόν παράλυση μπροστά από κάθε δυσκολία. Μα πάνω απ’όλα θα συνιστούσα τα θύματα να μιλάνε στον περίγυρό τους, σε φίλους ή δικούς τους ανθρώπους, όχι για να πάρουν την έτοιμη λύση που δεν υπάρχει, αλλά για να επιβεβαιωθούν ότι δεν φταίνε, να ξεπεράσουν την ντροπή. Η ντροπή και οι ενοχές είναι οι παράγοντες που παίζουν σημαντικό αρνητικό ρόλο στα θύματα.

Από τις επισκέψεις σας στα σχολεία, από το δημοτικό μέχρι το Λύκειο τι κατάσταση βλέπετε να επικρατεί στα σχολεία; Τι σας κάνει εντύπωση;

Η εντύπωση που απεικονίζω είναι πως υπάρχει ένα τεράστιο δυναμικό, μια θέληση εκ μέρους των παιδιών να κάνουν κάτι, να ψαχτούν. Υπάρχει μια δημιουργική ανησυχία, που τις περισσότερες φορές δε βρίσκει την κατάλληλη διέξοδο. Σε αυτό φταίει βέβαια και το εκπαιδευτικό σύστημα και όλο το κύκλωμα του σχολείου. Ειδικά στα Λύκεια που τα παιδιά είναι στο κατώφλι της ενηλικίωσης, διακρίνεις μια έντονη ανάγκη για προσωπική αναζήτηση, άσχετο αν πολλά παιδιά ακόμα δεν ξέρουν προς τα πού να στραφούν και για ποιο λόγο.

Που κινείται σήμερα το παιδικό/εφηβικό βιβλίο; Υπάρχει καταιγισμός τίτλων, υπάρχει όμως και ζουμί; Υπάρχει καινοτομία;

Η ποιότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ποσότητα. Υπάρχει πληθώρα τίτλων που κατά τη γνώμη μου δρα αποπροσανατολιστικά, πληθώρα εκδηλώσεων, σεμιναρίων, επισκέψεων, κλπ. Το αποτέλεσμα είναι πενιχρό σε σύγκριση με τα παλιότερα χρόνια που δεν υπήρχε τίποτα και το αναγνωστικό κοινό είναι περίπου το ίδιο αριθμητικά με το σημερινό. Φταίει που δεν υπάρχει αναγνωστική παιδεία, γιατί άμα δεν διαβάζουν οι γονείς, τότε πώς θα μάθουν τα παιδιά; Φταίει που κυκλοφορούν βιβλία κακά, χωρίς πρωτοτυπία και καινοτομία, ενώ προβάλλονται δυσανάλογα πολύ. Θα έλεγα ότι ο συνδυασμός απαίδευτων συγγραφέων, απαίδευτων γονιών και απαίδευτων εκπαιδευτικών, δημιουργούν απαίδευτους αναγνώστες. Προφανώς και υπάρχουν και πολύ καλά βιβλία και συγγραφείς, γονείς κι εκπαιδευτικοί, εννοείται ότι δεν είμαι αφοριστικός και ισοπεδωτικός. Αν ήταν όμως να επιρρίψω την ευθύνη σε κάποιον, τότε σίγουρα δεν θα την έριχνα στα παιδιά.

Στη «Λευκή Απεργία των Ροζ Φλαμίνγκο» βάλατε στο παιχνίδι και την οικολογία- κάτι που τα νέα παιδιά θεωρούν μάλλον βαρετό. Τα «δύσκολα θέματα» είναι μια συγγραφική πρόκληση ή πιστεύετε στα βιβλία με στόχο;

Τα φλαμίνγκο είναι εμπνευσμένα από πραγματική ιστορία, που την είχα διαβάσει και μου άρεσε να την γράψω. Θεωρώ ότι κάποια θέματα στη θεματολογία των παιδικών βιβλίων είναι ξαφνικά της μόδας και μετά εξαφανίζονται, σαν να λύθηκαν ως δια μαγείας, επειδή μόνο και μόνο κυκλοφόρησαν ένα σωρό βιβλία πάνω σ’αυτό το θέμα. Τώρα είναι το bullying, αμέσως πιο πριν η διαφορετικότητα, παλιότερα η οικολογία, η νευρική ανορεξία κλπ. Σαφώς και δεν επηρεάζομαι από τις μόδες, προσπαθώ τουλάχιστον. Αυτό που έχω σαν πυξίδα στο μυαλό μου είναι να διηγηθώ μια ιστορία που να αρέσει σε εμένα, αλλά παράλληλα να βάλω και μια συγγραφική πρόκληση στον εαυτό μου, ένα «εμπόδιο» στη γραφή, για να αποκτήσω ενδιαφέρον και παράλληλα να εξελιχθώ όσο γίνεται.

Τα βιβλία σας βάζουν και τη σύγχρονη ελληνική πολιτική στο κάδρο. Στο μυθιστόρημα «Στη Διαπασών» που εκδόθηκε το 2009 ο χρυσαυγιτισμός κάνει την εμφάνιση του στα Καμίνια και θυμίζει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Οι έφηβοι ήταν η πιο …αγαπημένη ηλικιακή ομάδα της Χρυσής Αυγής. Πόσο απομακρυσμένοι ήταν οι νέοι μας από την πολιτική συνείδηση τα τελευταία χρόνια και πως μπορούν να μπουν στο παιχνίδι της συμμετοχής των κοινών με έναν υγιή τρόπο;

Όλα τα βιβλία μου, ακόμα και τα χριστουγεννιάτικα, εμπεριέχουν έντονα το στοιχείο της πολιτικοποίησης, τουλάχιστον της πολιτικής θέσης, του στίγματος. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν οι νέοι ήταν απομακρυσμένοι ή απλά δεν είχαν συνειδητοποιήσει το πόσο ενδιαφέρονται για θέματα ευρύτερης πολιτικής ή κοινωνικά θέματα. Για μένα ο πιο υγιής τρόπος θα ήταν να αρχίσουν να επενδύουν στην εξέλιξή τους ως άτομα-μέλη μιας κοινωνίας, στην εκπαίδευσή τους, στην αυτοβελτίωσή τους. Μια εικόνα/ κατάσταση που θυμάστε πολύ έντονα από τη δική σας εφηβεία; Τη μοναξιά θα έλεγα και τις εσωτερικές συγκρούσεις. Αλλά παρόλα αυτά τα σχολικά μου χρόνια ήταν καλά, αν και συντηρητικά. Ποτέ δεν έκανα το «μπαμ» σαν έφηβος, ίσως γι’αυτό το εκτονώνω τώρα κάπως μέσω των βιβλίων μου. Σήμερα κάποια από τα παιδιά που επισκέπτεστε στα σχολεία μπορεί αύριο να θέλουν να σπάσουν μια τράπεζα σαν αυτή που δουλεύετε. Πως μπορούμε να κρατήσουμε τους νέους ενταγμένους με θετικό τρόπο σε μια κοινωνία που σαπίζει; Με το να τους βάλουμε να αντικρίσουν στον καθρέφτη τον εαυτό τους, με το να μη χαϊδεύουμε τα αφτιά τους. Κάθε πράξη έχει συνέπειες, κάθε άνθρωπος έχει δικαιώματα, καθήκοντα και υποχρεώσεις. Μα, πάνω απ’όλα με το να επιμείνουμε στο να ταυτίζονται οι αξίες, με τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Πολλά προβλήματα στην κοινωνία υπάρχουν διότι οφείλονται σε εσωτερικές συγκρούσεις των μελών της κοινωνίας. Το να μην αναγνωρίζει κάποιος με τη συμπεριφορά του σε κάποιον άλλον, αυτό που απαιτεί να του αναγνωριστεί από τον άλλον, αυτό είναι πρόβλημα. Π.χ. το να καταδικάζεις το bullying, χειραγωγώντας και καταπιέζοντας τους δικούς σου ανθρώπους, αυτό είναι πρόβλημα. Βάζετε πάντα κομμάτια της καθημερινότητας στα βιβλία σας- την αληθινή ιστορία ενός κοριτσιού που έστελνε γράμματα σε μια εφημερίδα, τον Γρηγορόπουλο…. Έχει να κάνει με τη ταύτιση των παιδιών/ εφήβων με το θέμα; Όχι, έχει να κάνει με το θέμα αυτό καθαυτό. Το γράψιμο ενός βιβλίου σηματοδοτεί για μένα μια κάποια φάση που περνώ, τη διάθεση στην οποία βρίσκομαι, ένα καθρέφτισμα των εκάστοτε σκέψεων και συναισθημάτων μου. Όταν δεν έχω να γράψω κάτι, απλά δε θα γράψω, δε θα κάνω κάτι ψυχαναγκαστικά. Και προσπαθώ να γράφω «γήινες» ιστορίες, ακόμα κι αν κάποιες φορές κάποια από τα βιβλία μου είναι δυστοπικά ή φαντασιακά. Τα μυθιστορήματα σας έχουν μπόλικες από τις εκφράσεις των νέων ενώ η αφήγηση μοιάζει με επιτόπιο ρεπορτάζ στον τόπο του εγκλήματος. Ποιος σας τροφοδοτεί με όλες αυτές τις πολύτιμες πληροφορίες; Οι επισκέψεις στα σχολεία, το Facebook, οι συναντήσεις με νέους, όλα αυτά είναι «μεγάλοι δάσκαλοι» για μένα. Επιπλέον δεν είμαι το άτομο που μιλώ ακαδημαϊκά, σαν ξεκομμένος από την πραγματικότητα. Πολλές εκφράσεις τις χρησιμοποιώ κι ο ίδιος στην καθημερινότητά μου. Οι διάλογοι είναι το μόνο σημείο του βιβλίου που δεν με προβληματίζει σχεδόν καθόλου.

Εφηβικά βιβλία που διαβάσατε τον τελευταίο καιρό και σας κίνησαν την περιέργεια, σας άρεσαν, τα συστήνετε;

Εννοείται, αυτό εξυπακούεται. Και τα συστήνω και τα ζηλεύω (όχι φθονώ) και μερικές φορές με επηρεάζουν.

Μια συμβουλή για τους γονείς αυτής της χώρας σήμερα;

Τα παιδιά κατά κύριο λόγο διαμορφώνουν χαρακτήρα και κώδικες, επηρεαζόμενα από αυτούς. Συνεπώς προτού βαλθούν να συνετίσουν, ας σκέπτονται καλύτερα τι μπορούν να αλλάξουν οι ίδιοι στη συμπεριφορά τους και στον τρόπο αντιμετώπισης καταστάσεων. Κοινώς, μην απαιτούν από τα παιδιά, πράγματα που δεν τους έχουν δείξει. Αυτό φαντάζομαι πως θα ήταν μια καλή αρχή.

Συνέντευξη στις «Σελίδες για Βιβλιόφιλους» το Ομίλου NAKAS και στη Σοφία Πολίτου – Βερβέρη, τεύχος 1o - Απρίλιος 2015

Έχετε ασχοληθεί με πολύ σημαντικά κοινωνικά – και όχι μόνο - θέματα όπως είναι η οικολογία, το bullying, η χρήση των νέων τεχνολογιών και η εξάρτηση από τους Η/Υ, ο ρατσισμός, το μίσος και η βία, η παγκόσμια κρίση κ.α., θέματα που δεν αφορούν μόνο τα παιδιά, αλλά και τους μεγάλους (από αυτούς ξεκινούν όλα!). Συνομιλώντας με τα παιδιά, ποιό από όλα τα παραπάνω θέματα, θα κουβεντιάζατε μαζί τους ως πρώτο σε προτεραιότητα για δράση και άμεση λύση – ανακούφιση και θα ζητούσατε τη βοήθειά τους;

Για να είμαι ειλικρινής, στις επισκέψεις μου στα σχολεία προσπαθώ τουλάχιστον να δω, ποια προβλήματα απασχολούν εκείνη τη στιγμή τα παιδιά και να συζητήσουμε πάνω σε αυτά. Ένα βιβλίο προσφέρει αρκετές αφορμές για συζήτηση και ειδικά στις εφηβικές και νεανικές ηλικίες, τα θέματα που ανακύπτουν είναι πάντα πολλά. Δουλειά μου και υποχρέωσή μου είναι να προσφέρω ένα καλό «αφτί», να αφήνω τα παιδιά να μιλάνε και να εκφράζονται. Τα προβλήματα όμως των σχέσεων ή του μέλλοντός τους ή των αναζητήσεών τους είναι πάντα στην πρώτη γραμμή.

Οι «Ιπτάμενες Σελίδες» είναι ένας ύμνος για τη φιλαναγνωσία, ένα αγαπημένο βιβλίο των μικρών βιβλιοφάγων. Στην παιδική σας ηλικία, ποια ήταν η σχέση σας με το βιβλίο;

Μικρός διάβαζα πολύ, ίσως επειδή ήμουν και κάπως μοναχικός. Τότε βέβαια υπήρχαν πολλά αναγνώσματα που έβαζαν έναν νεαρό αναγνώστη μέσα στο κλίμα της ανάγνωσης: Από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, τα κόμιξ (Μίκυ Μάους, κλπ), τα «αγορίστικα» (Αγόρι, Μπλέικ) ή αντίστοιχα «κοριτσίστικα» περιοδικά (Μανίνα, Κατερίνα) μέχρι τα παιδικά-λογοτεχνικά περιοδικά (Το Ρόδι). Παλιότερα όμως το βιβλίο ήταν ένα αξιοσέβαστο και αξιοπρεπές δώρο, χαιρόμουν να μου φέρνουν βιβλία. Έτσι ανέπτυξα σιγά-σιγά και αβίαστα τη σχέση μου με το βιβλίο.

Υπάρχουν συμβουλές που θα βοηθούσαν τα παιδιά να αγαπήσουν την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων; Σε ποιους θα απευθύνατε τις συμβουλές σας;

Συμβουλές θα έδινα μόνο στους γονείς. Αν θέλουν τα παιδιά τους να αγαπήσουν τα βιβλία και την ανάγνωση, πρέπει να τους βλέπουν και τους ίδιους να διαβάζουν στο σπίτι, μια εφημερίδα, ένα περιοδικό, ένα βιβλίο. Αυτό είναι και το αποτελεσματικότερο βήμα για τη φιλαναγνωσία, σημαντικότερο από όσες προσπάθειες γίνουν είτε από τα σχολεία είτε από τους συγγραφείς. Το βιβλίο δεν είναι φάρμακο, που χρειάζεται να το πάρει κανείς. Πρέπει να αγαπηθεί. Και για να αγαπηθεί, πρέπει να μαθευτεί, να γίνει τουλάχιστον οπτικά οικείο στους μελλοντικούς αναγνώστες, να πάρουν ένα στα χέρια τους, να το ξεφυλλίσουν, να το παρατήσουν ενδεχομένως και να διαλέξουν κάποιο άλλο. Το να γίνονται αξιοσημείωτες κι αξιοσέβαστες προσπάθειες στα σχολεία, είναι καλό, πλην όμως πιάνουμε το πρόβλημα από τη μέση κι όχι από τη δημιουργία του.

Θα θέλατε να μας γράψετε λίγα λόγια για την πορεία του εφηβικού βιβλίου στη χώρα μας; Έχει δυναμική παρουσία; Είναι παραγκωνισμένο; Εκτιμάται η αξία του; Το μέλλον του φαντάζει… ηλεκτρονικό;

Πιστεύω ότι το εφηβικό βιβλίο έχει μια δυναμική η οποία δεν έχει φανεί πλήρως. Τα παιδιά δεν έχουν πρόβλημα να διαβάσουν ένα καλό εφηβικό βιβλίο και να παρακινηθούν από αυτό για να διαβάσουν κι άλλα μετά, αλλά πάνω απ’όλα πρέπει να υπάρχουν βιβλία του είδους που να τους συγκινήσουν και να τους αγγίξουν, τουλάχιστον τους περισσότερους μη-αναγνώστες. Πρέπει να υπάρχουν ενημερωμένοι καθηγητές για να υποδείξουν, εκλεκτικοί για να βάλουν ένα βιβλίο στην τάξη. Δυστυχώς, επειδή κυκλοφορούν πολλά κακά βιβλία, το μεγαλύτερο κακό ίσως γίνεται από wannabe συγγραφείς, που θεωρούν το είδος εύκολο για να διακριθούν ή σκαλί για κάτι άλλο. Η παρουσία του νεανικού βιβλίου αρχίζει να αποκτά αξία, αλλά υπάρχουν ακόμα πάρα πολλά βήματα εξέλιξης. Αναφορικά με το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν έχω κάποια ιδιαίτερη άποψη. Εγώ προσωπικά προτιμώ την έντυπη μορφή, κάποιος άλλος την ηλεκτρονική. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, είτε στη μια μορφή είτε στην άλλη, το κείμενο μετράει.

Η περίοδος της εφηβείας μπορεί να ενεργοποιήσει ή όχι τα πεδία της φιλαναγνωσίας, της βιβλιοφιλίας, στα νεαρά παιδιά;

Εννοείται πως μπορεί, ίσως και να επιβάλλεται. Η περίοδος της εφηβείας είναι μια περίοδος ανακατατάξεων, αλλαγής προτεραιοτήτων, διαμόρφωσης χαρακτήρα, προσωπικών αναζητήσεων, εσωτερικού ψαξίματος. Αυτό ενδέχεται να κρατήσει πολλά χρόνια, ίσως και μια ολόκληρη ζωή, η αρχή όμως αυτής της περιόδου τοποθετείται στην εφηβεία. Τα βιβλία, τα καλά βιβλία, μπορούν να συνεισφέρουν προς αυτή την κατεύθυνση, να κάνουν ευκολότερα τα βήματα, να φωτίσουν διαφορετικές εναλλακτικές.

Τι κοινά στοιχεία βρίσκετε ανάμεσα στο ταξίδι της κινέζικης πάπιας με το ταξίδι του βιβλίου στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια (στα χρόνια της κρίσης);

Χαχα. Η κινέζικη πάπια ταξίδεψε, αναζήτησε, παιδεύτηκε, έμαθε όλα αυτά τα χρόνια. Υπάρχουν πολλά βιβλία που έκαναν τον ίδιο κύκλο με αυτόν της πάπιας, αλλά υπάρχουν και άλλα που έμειναν στατικά ή που δίνουν μια ψευδή εικόνα αναζήτησης και ταύτισης με την επικαιρότητα.

Οι σκέψεις σας για το μέλλον, την τύχη των νέων Ελλήνων συγγραφέων στην εκδοτική ζωή του τόπου;

Νέοι συγγραφείς υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι. Οι σκέψεις μου είναι όμως ανάμικτες γιατί υπάρχουν και πάρα πολλοί που εμμονικά σχεδόν, προσπαθούν να καταξιωθούν άμεσα σε έναν χώρο, δίχως την απαραίτητη υπομονή και προεργασία. Όλη η ζωή, ακόμα και η εκδοτική, είναι μια αλληλουχία βημάτων (ή αλμάτων σε κάποιες περιπτώσεις) που πρέπει να ακολουθηθούν, τουλάχιστον στις περισσότερες των περιπτώσεων. Συνεπώς θα σύστηνα στους νέους συγγραφείς να είναι περισσότεροι επίμονοι και απαιτητικοί με τη δουλειά τους, καθώς και υπομονετικοί. Η τύχη/καταξίωση μπορεί να αργήσει, αλλά θα τους χτυπήσει την πόρτα, αν τα γραπτά τους αξίζουν. Κυρίως πρέπει να είναι υπεύθυνοι και σοβαροί με αυτό που κάνουν, να μην το υπερεκτιμούν, αλλά συνάμα να ξέρουν και σε ποιο σκαλοπάτι βρίσκονται.

Κάθε βιβλίο είναι καλό να χαρακτηρίζεται ως ένα έργο τέχνης και γιατί;

Προφανώς και όχι, εγώ θα έλεγα ότι κάθε καλό βιβλίο είναι καλό να χαρακτηρίζεται ως έργο τέχνης. Και καλό σημαίνει να έχει λογοτεχνικότητα, να βγάζει σκέψεις και συναισθήματα, να διαθέτει μια κάποια οικουμενικότητα και καθολικότητα ίσως. Όπως είπα και παραπάνω, δεν είναι όλα τα βιβλία καλά. Όπως δεν είναι καλές όλες οι ταινίες, οι θεατρικές παραστάσεις, τα κτήρια. Για να χαρακτηριστεί κάτι ως έργο τένης (ή λόγου για τα βιβλία) πρέπει να συγκεντρώνει κάποια κριτήρια αντικειμενικά, πέρα από τις υποκειμενικές εκτιμήσεις του καθενός.

Τίτλοι βιβλίων που έχετε στην καρδιά σας;

Ο φύλακας στη σίκαλη και ο Άρχοντας των μυγών είναι δύο από τα βιβλία που με έχουν επηρεάσει στη ζωή μου. Μου αρέσει πάρα πολύ η αγγλοσαξονική λογοτεχνία (π.χ. Στάινμπεκ). Αν αναφέρεστε σε δικούς μου τίτλους, κάθε ένα βιβλίο μου σημαίνει κάτι για μένα, τουλάχιστον αναγνωρίζω τη φάση και την ψυχική μου διάθεση όταν το έγραφα. Προσπαθώ πάντως να αποστασιοποιούμαι από αυτά όταν έχουν εκδοθεί.

Μικρές συμβουλές ζωής για τους μικρούς σας αναγνώστες;

Να σέβονται τον απέναντί τους, να βάζουν τα δικά τους όρια και τα όρια του άλλου. Επίσης να μη φοβούνται τα συναισθήματά τους, να τα αναγνωρίζουν, ακόμα και τα άσχημα, γιατί τότε μόνο θα μπορέσουν να τα καταπολεμήσουν και να τα τιθασεύσουν.

Ετοιμάζετε κάτι που θα θέλατε να το πείτε και σε μας; Πού μπορούμε να σας βρούμε;

Αυτή την περίοδο δεν ετοιμάζω κάτι. Αλλά όσοι θέλουν να με βρουν και να επικοινωνήσουν μαζί μου, μπορούν να το κάνουν στο Facebook (σελίδα και προφίλ) ή να επισκεφθούν το site μου, στο www.juvenilebooks.gr.

Συνέντευξη στην Bookpress και στην Ελένη Κορόβηλα - 6 Μαρτίου 2015

«Στο bullying ο θύτης δεν έχει ενσυναίσθηση»

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γράφοντας Το ημερολόγιο ενός δειλού (εκδ. Καστανιώτη) έδωσε φωνή σε ένα θύμα εκφοβισμού, ή αλλιώς bullying, ενός φαινομένου με ανησυχητικές διαστάσεις.

Γράψατε ένα βιβλίο με θέμα το bullying επιλέγοντας να δώσετε φωνή σε ένα «θύμα» για να αφηγηθεί την ιστορία του. Πόσο μεγάλες θεωρείτε πως είναι οι διαστάσεις του φαινομένου;

Θεωρώ πως είναι πολύ μεγάλες και μ' αυτό δεν εννοώ μόνο αυτά που συμβαίνουν στο χώρο του σχολείου, ούτε αυτά που έχουν σχέση με σωματική βία. Το bullying για μένα είναι ένα φαινόμενο που υπήρχε ανέκαθεν, από τότε που υπήρχε η ψυχολογία του δυνατού και ο φόβος του αδυνάμου. Θεωρώ πως έτσι πρέπει να ονομάζεται η σκόπιμη πράξη που γίνεται από τον θύτη προς ίδιον όφελος, και που επηρεάζει με δραματικό τρόπο την ψυχοσύνθεση του θύματος. Προφανώς χρειάζονται τουλάχιστον δυο άτομα για να χορέψουν αυτό το χορό, χορός που άλλες φορές είναι πασιφανής κι άλλες πολύ πιο ύπουλος. Η κακοποίηση, η χειραγώγηση, η εκμετάλλευση, η κακομεταχείριση, καθώς και όσα φαινόμενα της ίδιας κατηγορίας γίνονται επιλεκτικά προς ένα στοχοποιημένο άτομο, μπορούν να θεωρηθούν μια μορφή bullying. Ο επαγγελματικός χώρος, η οικογένεια, οι φιλικές κι ερωτικές σχέσεις, καθώς και οτιδήποτε μπορεί να εξελιχθεί σε σχέση εξάρτησης ή υποταγής, εμπεριέχει όλα τα στοιχεία του bullying.

Στο βιβλίο σας η αφήγηση ξεκινά σε χρόνο μεταγενέστερο από όταν συνέβησαν τα γεγονότα. Το τραύμα άραγε δεν επουλώνεται ποτέ;

Το τραύμα ξεχνιέται από κάποιους ή στοιχειώνει κάποιους άλλους. Ειλικρινά δεν ξέρω αν μπορεί να επουλωθεί ποτέ ολοκληρωτικά, θεωρώ πως κάποια σημάδια μένουν. Η δύναμη του καθενός έγκειται στο να κλείσει αυτές τις πληγές όσο πιο καλά μπορεί. Παρατηρώντας αρκετούς τύπους ανθρώπων γύρω μας, τις δυσλειτουργίες που εμφανίζουν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, εύκολα μπορούμε να φανταστούμε κάποιες φορές το παρελθόν τους. Απόρριψη, προδοσία, εγκατάλειψη, έλλειψη στοργής ενδεχομένως, αφήνουν το αποτύπωμά τους για μια ζωή. Δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι όλα αυτά είναι bullying, απλώς και τα τραύματα από τη συγκεκριμένη πράξη είναι εξίσου βαθιά.

Γιατί επιλέξατε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και το προσωπικό ημερολόγιο; (ο ήρωας γράφει στο ημερολόγιό του)

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει πάντα ζωντάνια στο κείμενο, ενώ οδηγεί τον αναγνώστη στο να ταυτίζεται με πρόσωπα και καταστάσεις. Στο βιβλίο παρουσιάζω σκόπιμα και το θύτη και το θύμα, δυο παράλληλες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις. Δεν θέλησα να κάνω το θύμα εξαιρετικά συμπαθή τύπο, ενώ τον θύτη πολύ αντιπαθητικό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει επουδενί δικαιολόγηση των πράξεων του θύτη και απενεχοποίηση. Απλώς ήθελα να δώσω μια πιο ανθρώπινη διάσταση, τις σκέψεις των πρωταγωνιστών, το πώς κινούνται στην καθημερινότητά τους, το γεγονός ότι για το θύμα η μόνη του σκέψη είναι ο εκφοβισμός και πώς θα τον αποφύγει, ενώ ο θύτης ούτε καν το σκέφτεται, δεν διαθέτει την παραμικρή ενσυναίσθηση όταν το κάνει, την παραμικρή ενοχή. Πιστεύω ότι ο θύτης έχει προβλήματα που αγγίζουν την ψυχοπαθολογία, ενδεχομένως και το θύμα, δεν είμαι σίγουρος για το τελευταίο. Υπάρχει μια σαδιστική, υποσυνείδητη αρκετές φορές, ευχαρίστηση του θύτη, στο να βλέπει κάποιον άλλον να υποφέρει. Γι' αυτό και αυτά τα φαινόμενα δεν είναι πλάκα, ούτε παιχνίδια μεταξύ παιδιών.

Ο όρος «εκφοβισμός» εισήχθη στο λεξιλόγιό μας τα τελευταία χρόνια. Στο παρελθόν, την εποχή που ήσασταν έφηβος, πώς αντιμετωπίζονταν ανάλογα περιστατικά;

Κάποια περιστατικά που μου είχαν συμβεί, τα είχα αναφέρει στους γονείς μου, κάποια άλλα όχι. Σήμερα ο κόσμος είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένος ως προς αυτό το θέμα, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως κάνει κανείς κάτι γι'αυτό, πως αναλαμβάνει έμπρακτα κάποια ευθύνη. Ελάχιστες είναι μάλλον οι περιπτώσεις αντιδράσεων. Στο παρελθόν τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα (γιατί το θύμα κινδύνευε να χαρακτηριστεί από αδύναμο έως οτιδήποτε άλλο), και πιο συγκεχυμένα, αφού μόνιμη επωδός ήταν το «για πλάκα το έκανε, δεν το εννοούσε, παρεξήγησες την κατάσταση, είναι καλό παιδί». Προφανώς και δεν μιλάμε για καλά παιδιά, ας φανώ λίγο αυστηρός, μιλάμε για κακά παιδιά ή προβληματικά παιδιά, αυτά που ηδονικά αρέσκονται στο να μειώνουν τους άλλους. Αλλά η γενικότερη αντίδραση ήταν πάνω κάτω η ίδια. Ίσως να υπήρχε η διαφορά πως τα σχολεία ήταν πιο αυστηρά τότε και οι γονείς πίστευαν και στην παιδαγωγική διάσταση της εκπαίδευσης πέρα από την καθαρά μαθησιακή. Έτσι, κάποιες φορές εάν τέτοια περιστατικά έφταναν στους καθηγητές ή στο διευθυντή, υπήρχε τιμωρία, πράγμα που περιόριζε κάπως το φαινόμενο εντός του σχολικού χώρου.

Μήπως από υπερβολική ή κακώς εννοούμενη πολιτική ορθότητα αποτρέπουμε τα παιδιά από το να επιλύσουν τις διαφορές τους μόνα τους;

Εδώ δε μιλάμε για διαφορές, μιλάμε για συνεχές, καθημερινό βασανιστήριο. Το θύμα δεν έχει καμία διαφορά με τον θύτη, ούτε αντίστροφα, δεν υπάρχει κάτι για να λυθεί. Υπάρχει μια σαδιστική, υποσυνείδητη αρκετές φορές, ευχαρίστηση του θύτη, στο να βλέπει κάποιον άλλον να υποφέρει. Γι' αυτό και αυτά τα φαινόμενα δεν είναι πλάκα, ούτε παιχνίδια μεταξύ παιδιών. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η μία πλευρά εξαναγκάζεται και σύρεται στο να παίξει το παιχνίδι της άλλης, με τους κανόνες που θα θεσπίσει ο θύτης. Γίνεται αρκετές φορές, τις περισσότερες ίσως, παρανόηση μεταξύ πειράγματος, παιχνιδιού και bullying, ενώ τα πράγματα είναι πολύ απλά: Το θύμα ΔΕΝ θέλει, αλλά και ΔΕΝ μπορεί να κάνει αλλιώς, επειδή πάλι θα ζημιωθεί.

Πώς εξηγείται, κατά τη γνώμη σας, το ότι αποδεδειγμένα πιο μορφωμένοι γονείς, με μεγαλύτερη ανοχή και πιο προοδευτικές ιδέες για την ανατροφή έχουν παιδιά που ξεπερνούν τα όρια σε τέτοιο βαθμό;

Δεν θεωρώ τη μόρφωση αποκλειστικό παράγοντα για μια καλή ανατροφή. Μερικές φορές, αν όχι όλες, είναι προτιμότερες οι αξίες από τις ιδέες, κι αν αυτά τα δύο ταυτίζονται ή συμβαδίζουν, τόσο το καλύτερο. Απεναντίας, νομίζω πως η συναισθηματική νοημοσύνη είναι ή πρέπει να είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ανατροφής. Έχω δει άτομα εξαιρετικά έξυπνα, αλλά όχι ευφυή, πολύ μορφωμένα, αλλά κοινωνικά υπανάπτυκτα. Μερικές φορές η «ναρκισσιστική» θεώρηση της μόρφωσης και των ιδεών, οδηγεί σε ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, σε ένα είδος συναισθηματικής αναπηρίας. Και όλοι οι άνθρωποι, όχι μόνο τα παιδιά, πρέπει να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους, είτε αυτά είναι καλά είτε είναι κακά. Στην πρώτη περίπτωση για να τα αναπτύξουν περαιτέρω, ενώ στη δεύτερη για να τα αντιμετωπίσουν. Αργά ή γρήγορα η συναισθηματική έλλειψη γυρνά σαν μπούμερανγκ στο ίδιο το άτομο που την έχει. Όσο πιο γρήγορα τη συνειδητοποιήσει, τόσο αποτελεσματικότερα μπορεί να την αντιμετωπίσει.

Θύμα και θύτης: πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;

Σίγουρα για να υπάρξει ο ένας πρέπει να υπάρχει και ο άλλος, άθελά του, έστω. Ναι, σε μερικές περιπτώσεις ο θύτης έχει υπάρξει κι αυτός θύμα, ή εξακολουθεί να είναι σε άλλο περιβάλλον. Αυτό όμως δεν του προσφέρει άλλοθι, δεν είναι «το καημένο παιδί που ξεσπά τα προβλήματά του σε άλλον». Μπορεί να είναι το «καημένο παιδί» ως προς τα δικά του προβλήματα, το να τα προβάλλει ή να τα μεταθέτει σε τρίτο άτομο, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Κι ας μου επιτραπεί, εξαιρετικά κακό.

Τι πιστεύετε πως μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στους εφήβους; Γιατί να διαβάζουν;

Πιστεύω πως η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει, πέρα από ευχαρίστηση, πράγμα που είναι υποκειμενικό, και την ενσυναίσθηση για την οποία μίλησα παραπάνω. Γνωρίζοντας τύπους ανθρώπων, αντιδράσεων και καταστάσεων μέσα από ένα βιβλίο, υποσυνείδητα εξασκούμαστε στο χειρισμό και την καλύτερη αντιμετώπιση ενδεχόμενων δυσκολιών. Δε θα αναφερθώ στα ποικίλα εκπαιδευτικά προτερήματα της ανάγνωσης, είναι γνωστά και θα ήταν κλισέ να τα επαναλάβω. Το γεγονός είναι πως η ανάγνωση λογοτεχνίας μπορεί κάποιες, πολλές φορές να διαμορφώσει αρτιότερους χαρακτήρες.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας για εφήβους; Υπάρχουν θέματα ταμπού;

Στην Ελλάδα ναι, υπάρχουν θέματα ταμπού. Για κάποιους είναι ταμπού ακόμα και οι βωμολοχίες σε κάποιο βιβλίο, οι σωστά ενταγμένες στα πλαίσια της ιστορίας και στην ψυχοσύνθεση του ήρωα βρισιές. Πέρα από αυτά, υπερβολικά πολλά βιβλία στην Ελλάδα έχουν έναν άκρατο συντηρητισμό, μια κακώς νοούμενη πολιτική ορθότητα. Στο εξωτερικό υπάρχουν βιβλία που έχουν ως θεματολογία παιδιά που γεννήθηκαν σε φυλακές, παιδιά τρομοκράτες, ερμαφροδιτισμό, κ.ά. Πέρα από το αν αυτά τα βιβλία αφορούν πολλούς ή λίγους, δεν είναι αυτό το θέμα, τολμούν να ανοίγονται στα βαθιά. Γνώμη μου είναι πως πρέπει να γράφονται βιβλία που να ενδιαφέρουν άμεσα τους εφήβους, να αποτυπώνουν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, τους δικούς τους προβληματισμούς κι όχι την ιδεολογία και τη θεώρηση του συγγραφέα, για το τι νομίζει αυτός πως είναι σωστό να διαβάζουν τα παιδιά αυτής της ηλικίας.

Συνέντευξη στον Άρη Δημοκίδη, Lifo - 5 Μαρτίου 2015

Όταν τελείωσα το διάβασμα του βιβλίου, ζήτησα απ' τον Βασίλη Παπαθεοδώρου να μου αφηγηθεί όσα έμαθε για το bullying γράφοντας αυτό το βιβλίο. Να τι μου είπε:

Η αφορμή γι'αυτό το βιβλίο ήταν ένα περιστατικό σε ένα σχολείο που είχα επισκεφθεί. Τέσσερα αγόρια να πειράζουν ένα συμμαθητή τους κι αυτός να μην μπορεί να αντιδράσει. Είδα τον κόμπο στο λαιμό του παιδιού όταν μπήκα στην τάξη, τα νοτισμένα μάτια και μετά την εκδήλωση του μίλησα. Όμως τα αίτια για το βιβλίο είναι περισσότερα. Είναι προσωπικά βιώματα, εξιστορήσεις από γνωστούς μου γονείς, όπως και αυτά που ακούω ότι γίνονται στα σχολεία και πολλές φορές δεν θέλω να τα πιστέψω.

Αν επιχειρούσαμε να δώσουμε έναν ορισμό για το εν λόγω φαινόμενο/μάστιγα και να το ξεχωρίσουμε από τις παρανοήσεις που γίνονται (πλάκα; πείραγμα;), θα λέγαμε ότι είναι η πράξη, που πρέπει ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ να: 1) Είναι συνεχής κι επαναλαμβανόμενη σαν μοτίβο συμπεριφοράς. 2) Στοχοποιεί ένα άτομο που είναι σε πιο αδύναμη θέση ή που δεν μπορεί να αντιδράσει/αποδράσει χωρίς περαιτέρω συνέπειες. 3) Αποτελεί σκόπιμη ενέργεια για να βλάψει κάποιον σωματικά, κοινωνικά, οικονομικά, ψυχολογικά. 4) Βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του ατόμου που το ασκεί. 5) Δεν είναι καλοδεχούμενο από το άτομο που το δέχεται κι επηρεάζει τον ψυχισμό του. Θύτες συναντούμε στο στρατό, στο Πανεπιστήμιο, στην οικογένεια, στην επαγγελματική ζωή, στον έρωτα, στις φιλίες. Το να κατευθύνεις και να χειρίζεσαι τον άλλον ψυχολογικά, είναι bullying. Το περίεργο με το bullying είναι πως ενώ θέλει και τα 5 παραπάνω συστατικά για να χαρακτηριστεί έτσι (ούτε ένα λιγότερο), κατά παράξενο τρόπο αυτά επιτυγχάνονται εξαιρετικά εύκολα κι έτσι είναι τόσο διαδεδομένο. Εδώ να σημειώσουμε ότι οι θύτες α) είναι «κανονικά»-καθημερινά άτομα, β) δεν κακοποιούν όλη την ώρα, γ) δεν κακοποιούν τον οποιονδήποτε, δ) χρειάζονται ένα θύμα. Κοινώς στοχεύουν ώρα, μέρος, άτομο, τρόπο.
Όμως δεν είναι μόνο αυτό: Κατά κύριο λόγο το bullying θέλει ακροατήριο, είναι μια «παράσταση» σαδισμού, χωρίς να λέω υπερβολές. Προφανώς είναι επίδειξη δύναμης, ή ακραία αναζήτηση προσοχής. Χωρίς ακροατήριο ή προσοχή (κι εδώ βάζω και την αδιαφορία ή την παθητική επιδοκιμασία/συνήθεια) το φαινόμενο θα κατέρρεε. Το αρρωστημένο των μυαλών των θυτών θα διοχετευόταν κάπου αλλού, ίσως και σε κάτι πιο δημιουργικό ή κάτι πιο αυτοκαταστροφικό, πάντως δεν θα ξέσπαγε σε αθώους τρίτους.

Στο βιβλίο προσπάθησα να δώσω τη μεριά του θύτη και του θύματος, για μένα παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον και η ψυχοσύνθεση του θύτη. Σίγουρα υπάρχει κάποια διαταραχή προσωπικότητας στους θύτες, δεν εξηγείται αλλιώς η πλήρης απουσία ενοχών ή ενσυνείδησης, το πώς νιώθει δηλαδή ο άλλος. Ο θύτης επιπλέον είναι μια ακραία γοητευτική προσωπικότητα, εξαιρετικά δημοφιλής τις περισσότερες φορές, με εξωπραγματικά χαρίσματα στην εκμετάλλευση και το μανιπουλάρισμα ακόμα και των πιο δικών του ανθρώπων. Και πολλές φορές είναι καταδικασμένος να μείνει μόνος, εγκλωβισμένος στο καταστρεπτικό μοτίβο συμπεριφοράς του. Αυτά όμως δεν είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν πράξεις. Ούτε και πρέπει τα θύματα να συμπονάνε τον διώκτη τους και να φορτώνονται επιπλέον ενοχές για οποιαδήποτε αντίδρασή τους. Απλά γιατί οι θύτες δεν νοιάζονται, ούτε εκτιμάνε τίποτα. Ναι, είναι συναισθηματικά κουτσουρεμένοι, ναι, αυτό οφείλεται και στις οικογένειές τους ή στον περίγυρό τους, αυτά είναι γνωστά.

Το bullying αρχίζει από τη στιγμή που θα προβάλλει κάποιος το προσωπικό του πρόβλημα, με βίαιο τρόπο, στον άλλον. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι μόνο σχολικό, εννοείται. Θύτες συναντούμε στο στρατό, στο Πανεπιστήμιο (το παράδειγμα του φοιτητή Β.Γιακουμάκη, δυστυχώς τονίζει αυτή την τάση), στην οικογένεια, στην επαγγελματική ζωή, στον έρωτα, στις φιλίες. Το να κατευθύνεις και να χειρίζεσαι τον άλλον ψυχολογικά, είναι bullying. Το να τον εμπαίζεις, αθετώντας συμφωνίες, να προσπαθείς να του πλασάρεις μιαν εικόνα για τον εαυτό σου, με σκοπό να τον παραπλανήσεις και να τον εκμεταλλευτείς, είναι bullying. Κακώς λοιπόν όλοι μας το έχουμε συνδέσει μόνο με άσκηση σωματικής βίας.

Για μένα η λύση θα ήταν η κοινωνική αποδοκιμασία των θυτών και η απομόνωσή τους. Ή, για να το πούμε αλλιώς, το ξεμπρόστιασμά τους. Πρέπει να νιώσουν ντροπή, αφού είναι ανίκανοι να νιώσουν ενοχές. Ειδικά στα σχολεία, ακόμα και η ΜΗ αντίδραση των συμμαθητών, επιτείνει το φαινόμενο. Μπορεί κάποιος να εκφράζεται επιθετικά (ο θύτης και η παρέα του) και κάποιος άλλος καθόλου. Το καθόλου εν προκειμένω, δρα προς όφελος του θύτη. Το «δεν είναι αυτό δουλειά μου, δεν θέλω να ανακατευτώ», είναι ακριβώς το σημείο όπου ο θύτης αισθάνεται πανίσχυρος, πως δεν έχει αλώσει μόνο τα όρια του θύματος, αλλά και την ηθική και ανοχή των υπολοίπων. Γι'αυτό γίνεται κουβέντα περί σιωπής και συνενοχής. Επίσης η όποια αντίδραση ή αποδοκιμασία πρέπει να γίνεται στα πρώιμα στάδια του φαινομένου, καθώς οι θύτες αρέσκονται στο να καταπατούν όρια και ζωτικό χώρο των άλλων. Συνεπώς κάθε ολιγωρία δημιουργεί κεκτημένα εκ μέρους των θυτών...

Συνέντευξη στην Τζίνα Πανδρούλα, mamababa - 31 Ιανουαρίου 2015

Ο συγγραφέας νεανικής λογοτεχνίας Βασίλης Παπαθεοδώρου μιλάει στο www.mamababa.gr για την πορεία του στο χώρο της νεανικής λογοτεχνίας και τονίζει ότι η παιδική, εφηβική, νεανική λογοτεχνία δεν είναι απλά ένα σκαλοπάτι ή ένα πέρασμα προς κάτι άλλο, αλλά ένας αυτόνομος και ανεξάρτητος προορισμός.

Η λογοτεχνία, ελληνική ή ξένη, σας ενδιέφερε από μικρή ηλικία; Διαβάζατε και γράφατε από μικρός;

Διάβαζα από μικρός Κλασσικά εικονογραφημένα, κόμιξ, περιοδικά της εποχής (Το Ρόδι). Τότε υπήρχαν πολλές εναλλακτικές που έβαζαν τον μικρό αναγνώστη σιγά-σιγά στην έννοια της λογοτεχνίας και στην ομορφιά της ανάγνωσης. Κι έβλεπα ότι όσο προχωρούσα ηλικιακά, τόσο επιζητούσα πιο απαιτητικά και σύνθετα αναγνώσματα. Είναι περίεργο, αλλά πολλά από τα κλασσικά αριστουργήματα (όπως συνηθίζεται να λέμε) της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα έχω διαβάσει μόνο από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα και μου έχουν εντυπωθεί τόσα χρόνια μετά. Τώρα, αν έγραφα; Ναι, ίσως, κάποια παιδικά ποιηματάκια, όπως πολλά παιδιά ίσως, όχι όμως διηγήματα ή παραμύθια. Και σίγουρα από τα γυμνασιακά μου χρόνια και μετά σταμάτησε κάθε ενδιαφέρον ή ενασχόλησή μου με το «γράψιμο», μέχρι να το ξαναρχίσω στα 28 μου.

Πως σας προέκυψε η ενασχόληση με το συγκεκριμένο είδος, της νεανικής/εφηβικής λογοτεχνίας;

Εντελώς τυχαία θα έλεγα. Πήρα μέρος σε έναν διαγωνισμό για ανέκδοτο παιδικό βιβλίο, τιμήθηκα με έπαινο και… έμεινα στο είδος. Σιγά-σιγά από τα πιο παιδικά βιβλία μετακινήθηκα σε αυτά της νεανικής λογοτεχνίας κι εκεί ισορρόπησα. Αυτό το είδος με κάνει και νιώθω άνετα. Ίσως μέσω αυτού να θέλω να ξαναζήσω την εφηβική μου ηλικία, που δεν είχε ιδιαίτερα ξεσπάσματα, ήταν αρκετά στρωτή και κάπως συντηρητική. Ίσως να θέλω έτσι να πω πράγματα που δεν τα είχα βγάλει τότε, να μου έχει μείνει κάτι σαν άχτι. Το ζήτημα όμως είναι πως όχι μόνο δεν το έχω μετανιώσει, αλλά ούτε καν σκέπτομαι ή θέλω να γράψω βιβλίο ενήλικης λογοτεχνίας.

Το παιδικό βιβλίο – παρά τη γενικότερη κρίση – παρουσιάζει άνθηση. Μπορείτε να πείτε το ίδιο και για την εφηβική/νεανική λογοτεχνία;

Είναι δύσκολο να πούμε ότι το είδος παρουσιάζει άνθηση, παρόλο που βρίσκεται κάπως στη μόδα. Δεν υπάρχει μεγάλη τάση από τους νέους να διαβάσουν βιβλία νεανικής λογοτεχνίας, τονίζω τη λέξη «μεγάλη». Πιστεύω ότι προς το παρόν το πράγμα κινείται κάπως επιφανειακά και δείχνει πως υπάρχει ζήτηση για εφηβικό βιβλίο ή θέατρο. Θέλω να ξεχωρίσω εδώ τη σειρά του Χάρυ Πότερ ή το Twilight ή τον Σπασίκλα, κλπ. Μέσα σε όλη τη λογοτεχνία, το να κάνουν δυο-τρεις σειρές εμπορική επιτυχία, και μετά οι νέοι από μόνοι τους να μην στρέφονται σε κάτι άλλο, δεν το θεωρώ άνθηση. Γι’αυτό τείνω να το ονομάσω επιφανειακό ή «ψευδοάνθηση».

Από την εμπειρία σας οι μαθητές και οι νέοι «διψούν» για λογοτεχνία; Ποιο είδος τους ενθουσιάζει περισσότερο; Τι διαφορετικό περιμένουν από τη λογοτεχνία σήμερα σε σχέση με το παρελθόν;

Μπορεί να φανεί περίεργο σε σχέση με την προηγούμενη απάντηση, αλλά πιστεύω ότι μαθητές και νέοι θέλουν τη νεανική λογοτεχνία, άσχετα αν αρκετές φορές αντιδρούν ή κάνουν πως δεν τους ενδιαφέρει. Θέλουν όμως βιβλία σύγχρονα, με σημερινό λεξιλόγιο, καθημερινές καταστάσεις που βιώνουν και οι ίδιοι, προβλήματα σχέσεων και ταυτότητας, κάτι που να ταυτιστούν μαζί του. Αυτό το κάτι θα είναι και το κλειδί για τα επόμενα βήματά τους στη λογοτεχνία. Θυμάμαι παλιά εγώ, όπως και χιλιάδες άλλα παιδιά, μπορούσαμε να ταυτιστούμε κάπως με τα βιβλία της Π. Δέλτα ή με αναγνώσματα που μιλούσαν για τη Μικρασιατική καταστροφή ή τους Πολέμους. Κι αυτό συνέβαινε επειδή είχαμε ήδη εξασκηθεί στην ανάγνωση από τα κόμιξ ή τα Κλασσικά. Σήμερα αυτό δε συμβαίνει, δεν μπορεί ένας μαθητής, από το μηδέν, να αρχίσει να διαβάζει βιβλία άλλων εποχών, χωρίς να έχει εξασκηθεί στην ανάγνωση. Συνεπώς πιστεύω ότι οι μαθητές θέλουν, αλλά δεν ξέρουν ή φοβούνται πως θα απογοητευθούν.

Το νέο σας βιβλίο «το ημερολόγιο ενός δειλού» προέκυψε από μαρτυρίες παιδιών ή είναι η δική σας καταγραφή μιας πραγματικότητας που βιώνουν τα τελευταία χρόνια οι μαθητές;

Προέκυψε και από μαρτυρίες γονιών, γνωστών, μαθητών, καθηγητών και από πράγματα που έχω δει εγώ στα σχολεία (όσο μπορούσα να διακρίνω), ακόμα και από καθαρά δικές μου εμπειρίες. Το γεγονός όμως είναι πως αυτή η καταγραφή είναι απλά μια σταγόνα αυτών που γίνονται τα τελευταία χρόνια στα σχολεία, με την πατέντα της «πλάκας», που όμως από πίσω της κρύβεται καθαρή κακία, ψυχολογικά προβλήματα, δυσλειτουργίες της οικογένειας και διάφορες άλλες παθογένειες που ξεσπάνε στους πιο αδύναμους.

Ποιο αισιόδοξο μήνυμα θα μπορούσαμε να στείλουμε στους νέους σήμερα;

Χμ, δύσκολη ερώτηση. Δεν ξέρω. Μήπως να κρατάνε τα όρια και την αξιοπρέπειά τους; Μήπως να προσπαθούν να βελτιώνουν τον εαυτό τους και τις σχέσεις τους; Ή μήπως να αναγνωρίζουν και στους άλλους το δικαίωμα να είναι κι αυτοί οι εαυτός τους;

Ποιο είναι το θέμα του επόμενου βιβλίου σας;

Μέσα στην άνοιξη θα κυκλοφορήσει μια νουβέλα, ένα εκτεταμένο διήγημα ή μικρό μυθιστόρημα, πείτε το όπως θέλετε, σχετικά με τη βία στα γήπεδα.

Σας έχει γίνει πρόταση μέχρι σήμερα για τηλεοπτική μεταφορά κάποιου βιβλίου σας; Θα σας ενδιέφερε και με ποιες προϋποθέσεις;

Κατά το παρελθόν, αλλά δυστυχώς ήρθε η κρίση και πάγωσαν όλα λόγω χρηματοδότησης, μου είχαν γίνει προτάσεις για μεταφορά του βιβλίου «Στη Διαπασών», τόσο στην τηλεόραση όσο και στον κινηματογράφο. Αυτό φαντάζομαι είναι κάτι που ενδιαφέρει όλους τους συγγραφείς. Η υπόθεση κάπου σταμάτησε, δεν ξέρω αν θα αναθερμανθεί στο μέλλον. Η προϋπόθεση που θα έβαζα εγώ θα ήταν η μεταφορά να γίνει με σοβαρότητα κι αξιοπρέπεια, να μην είναι δηλαδή κάτι πρόχειρο, έτσι απλά για να λέω ότι ένα βιβλίο μου μεταφέρθηκε στην τηλεόραση.

Η ελληνική νεανική λογοτεχνία διαφοροποιείται από την ευρωπαϊκή; Σε ποια σημεία;

Υπάρχει κατά τη γνώμη μου εντονότατη διαφοροποίηση. Έχω συγκρίνει τη θεματολογία της ελληνικής νεανικής λογοτεχνίας με την ευρωπαϊκή και οι διαφορές είναι τεράστιες. Το επίπεδο συντηρητισμού στην Ελλάδα είναι μεγάλο, την ίδια ώρα που οι άλλες χώρες ασχολούνται με ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, παιδιά ομόφυλων ζευγαριών, αυτοκτονίες, νέους ενταγμένους σε συμμορίες, για να αναφέρω ορισμένα παραδείγματα. Τα ταμπού, αλλά και τα κλισέ στην Ελλάδα είναι δυστυχώς κανόνας. Αυτό φέρνει αρκετά πίσω την ελληνική λογοτεχνία. Παράλληλα υπάρχει και μια υπέρμετρη εμμονή με την ιστορία και την πατρίδα, όπως και με τον διδακτισμό. Κρίμα!

Δύο συμβουλές που θα δίνατε σε κάποιον που επιλέγει να ασχοληθεί με το είδος της νεανικής λογoτεχνίας.

Να προσπαθήσει να μπει στην ψυχολογία και στο φρασεολόγιο των ηρώων του και της συγκεκριμένης ηλικίας, για να βγει κάτι αυθεντικό. Να γράψει κάτι που θα αντιπροσωπεύει τον ίδιο, χωρίς διδακτισμό. Να μην δώσει ποτέ στον εαυτό του τον τίτλο του συγγραφέα, ας αφήσει να του τον απονείμουν οι άλλοι. Τέλος αν δει ότι δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα ούτε στο ελάχιστο, ας ασχοληθεί με άλλο είδος. Η παιδική, εφηβική, νεανική λογοτεχνία δεν είναι απλά ένα σκαλοπάτι ή ένα πέρασμα προς κάτι άλλο, είναι ένας αυτόνομος και ανεξάρτητος προορισμός.

Ποια είναι η άποψή σας για την προώθηση των νέων τίτλων βιβλίων μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;

Πιστεύω ότι όλα έχουν γίνει ένας πολτός. Υπάρχει μια τέτοια υπερπροσφορά τίτλων και μια τέτοια υπερπροβολή τους, συνοδευόμενη πάντα από διθυραμβικά σχόλια, που πλέον έχει χάσει κάθε νόημα. Εννοείται πως ο καθένας θα διαφημίσει και θα προβάλλει στα Μ.Κ.Δ. τη δουλειά του, αλλά το όλο θέμα έχει γίνει ένας αυτοσκοπός, που αφορά πλέον μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους (κοινώς όχι το αναγνωστικό κοινό, που είναι πλήρως αποπροσανατολισμένο ακόμα και να ήθελε να βγάλει μια άκρη), που εμένα προσωπικά με απωθεί. Όλα τα είδη έχουν γίνει ένα πράγμα σχεδόν, τα μέσα βοηθούν τον καθένα να πλασάρει αφιλτράριστα τη δουλειά του, και από μια άποψη αυτό είναι καλό, αλλά πιστεύω πως η ποιότητα έχει πέσει δραματικά. Ένα βιβλίο αν είναι καλό θα ακουστεί από τον έναν στον άλλον, ακόμα και με πολύ λιγότερη διαφήμιση, εμμονικού τύπου, όπως αυτή στα social media.

Συνέντευξη στο blog μαθητών 1ου Γυμνασίου Κω, anamesastoustoixous.blogspot.gr - 24 Ιανουαρίου 2015

Ανακρίνοντας τον συγγραφέα Βασίλη Παπαθεοδώρου για το βιβλίο του Η λευκή απεργία των ροζ φλαμίνγκο.

Ο συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου απάντησε με ταχύτητα φωτός στις ερωτήσεις που του έθεσαν οι μαθητές της λέσχης ανάγνωσης!

1. Όταν ολοκληρώσατε τη συγγραφή του βιβλίου, το ξαναδιαβάσατε; Σας άρεσε όταν το είδατε πια ολοκληρωμένο;

Η αλήθεια είναι ότι γενικά τα βιβλία μου σπάνια τα ξαναδιαβάζω. Το έχω κάνει μόνο δυο-τρεις φορές για την διευκόλυνση της επιμέλειας. Κάθε βιβλίο για μένα αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη φάση της ζωής μου, μια συγκεκριμένη ιδέα και μια συγκεκριμένη διάθεση, συνεπώς πάντα τα γράφω αυθόρμητα. Θεωρώ, κακώς ίσως, πως αν τα ξαναδιαβάσω θα διορθώσω πράγματα που ίσως και να μην πρέπει και αυτό ίσως κοστίσει στον αυθορμητισμό του βιβλίου. Όπως σας είπα, αυτό δεν το θεωρώ και πολύ σωστό. Το κάνω όμως!

2. Για ποιο λόγο διαλέξατε αυτό το θέμα; Γιατί δηλ. αποφασίσατε να μιλήσετε για τα φλαμίνγκο κι όχι για κάποιο άλλο οικολογικό θέμα;

Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από πραγματικό περιστατικό που συνέβη το 2007 στη Γαλλία. Δεν διάλεξα αυτό το θέμα, το είχα διαβάσει τότε και μου έκανε εντύπωση. Έτσι, με την πάροδο των ετών, ωρίμασε σαν σκέψη μέσα μου και αποφάσισα να το γράψω. Έχω όμως ασχοληθεί κι άλλες φορές με οικολογικά θέματα, π.χ. «Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας» και «Οι άρχοντες των σκουπιδιών» έχουν έντονο το στοιχείο της οικολογίας. Πάντως δεν ήθελα να γράψω ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Ήθελα να γράψω για τον ανθρώπινο παράγοντα, τις αποφάσεις που μπορούν να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται θα έπρεπε να λύσουν.

3. Θεωρείτε ότι αυτό το βιβλίο σας είναι πιο πετυχημένο σε σχέση με τα άλλα βιβλία σας;

Όχι, θεωρώ πως τα καθαρά νεανικά βιβλία μου είναι πιο καλά, τουλάχιστον εμένα μου αρέσουν πιο πολύ (Στη διαπασών, Χνότα στο τζάμι, Το ημερολόγιο ενός δειλού, Οι άρχοντες των σκουπιδιών). Αλλά και πάλι δεν έχει σημασία τι θεωρώ εγώ ως καλό, λιγότερο καλό ή κακό. Κάθε βιβλίο έχει μια συγκεκριμένη δυναμική και απήχηση σε κάθε αναγνώστη, ο καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Κι αυτό είναι και το ωραίο της υπόθεσης.

4. Είστε οικολόγος ό ίδιος;

Δεν ξέρω πως εσείς ορίζετε αυτόν τον όρο. Ναι, πάω τα σκουπίδια στην ανακύκλωση, αλλά όχι, δεν κυκλοφορώ με ποδήλατο. Το να λέμε ότι είμαστε οικολόγοι είναι κάτι πολύ σχετικό. Προσπαθώ, όπου μπορώ, να είμαι φιλικός με το περιβάλλον, π.χ. τα σκουπίδια που θα κάνω θα τα μαζέψω. Αλλά αυτό είναι κάτι αυτονόητο, τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. Δεν είναι αυτό που μας χαρακτηρίζει ως οικολόγους.

5. Όταν ήσασταν μαθητής διαβάζατε βιβλία και αν ναι τι είδους;

Διάβαζα από Κλασικά Εικονογραφημένα, Μίκυ Μάους και Αστερίξ, τα παιδικά εκείνης της εποχής και μετά κάποια πιο κλασικά. Φρόντιζα και ήθελα κάθε βιβλίο να είναι και λίγο πιο απαιτητικό από το προηγούμενο, λίγο πιο προχωρημένο, λίγο πιο δύσκολο, ώστε να αναπτύσσεται καλύτερα η γλωσσική ικανότητα και η κριτική σκέψη σε μένα. Φυσικά αυτό το εξηγώ έτσι τώρα, τότε το έκανα υποσυνείδητα. Πάντως θεωρώ ότι ψαχνόμουν ως προς αυτόν τον τομέα, από μικρός.

6. Για ποιο λόγο υπερβάλλατε τόσο πολύ σε κάποιες σκηνές του βιβλίου (εισβολή νυχτερίδων, φιδιών);

Το βιβλίο ήθελα να είναι ένα είδος θρίλερ ή επιστημονικής φαντασίας. Αυτό το είδος εμπεριέχει μέσα του και την υπερβολή. Επειδή όμως η ιστορία είναι πραγματική, και όντως είχαν ανατραπεί οι ισορροπίες στην περιοχή, δε θεωρώ ότι η όποια υπερβολή στερείται λογικής κι επιστημονικής εξήγησης, απλά δεν είχαν φτάσει τόσο μακριά τα πράγματα. Σκοπός της λογοτεχνίας είναι και να κάνει προβολές στο μέλλον, τι θα είχε συμβεί αν είχε γίνει ή δεν είχε γίνει κάτι. Αλλά και πάλι, αν σκεφθούμε, πως λόγω οικονομικών λόγων, δεν είχαν γίνει στα μέρη μας κάποιοι καλοκαιρινοί ψεκασμοί για τα κουνούπια, και δούμε πώς είχε γεμίσει ο τόπος πέρσι και πρόπερσι από κουνούπια το καλοκαίρι, και τι αρρώστιες έφερναν αυτά, τότε δε θεωρώ πως οι όποιες υπερβολές του βιβλίου είναι εντελώς αδικαιολόγητες.

7. Συνεργαστήκατε με τον εικονογράφο του βιβλίου σας; Του υποδείξατε εσείς τον τρόπο που θα το εικονογραφούσε ή δούλεψε μόνος του;

Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στον Πέτρο Μπουλούμπαση, έχουμε κάνει τέσσερα βιβλία μαζί. Όχι, δεν του είπα απολύτως τίποτα, ούτε το θέλω. Συγγραφή και εικονογράφηση είναι δυο ανεξάρτητες τέχνες, ο καθένας δουλεύει στα χωράφια του. εξάλλου ούτε και μένα θα μου άρεσε να μου δώσει κάποιος εικονογράφος υποδείξεις για το πώς θα γράψω μια ιστορία, οπότε γιατί να το κάνω εγώ; Η εικονογράφηση δεν είναι το δεκανίκι της ιστορίας, αλλά συμπορεύονται μαζί, αλληλοβοηθιούνται και συμπληρώνονται.

8. Αυτό το βιβλίο ήταν αποτέλεσμα επιτόπιας έρευνας ή κάνατε έρευνα μέσω διαδικτύου, εφημερίδων κτλ;

Όλες τις πληροφορίες τις συνέλεξα από το διαδίκτυο και από εφημερίδες. Εννοείται πως έψαξα κι ερεύνησα αρκετά καλά τη διατροφική αλυσίδα και τις συνήθειες των συγκεκριμένων ζώων ή εντόμων που εμφανίζονται στο βιβλίο, για να υπάρχει μια λογική αλληλουχία.

9. Γιατί διαλέξατε να θίξετε τόσα πολλά θέματα στο βιβλίο (απεργία, ανεργία, διαφορετικότητα);

Γιατί η ζωή είναι γεμάτη από πολλά θέματα που συνδέονται μεταξύ τους. Αν κάποιος αλλάξει μια ισορροπία, τότε αυτό θα χτυπήσει κάπου αλλού, σε κάποιον άλλον τομέα, άσχετο ίσως. Επιπλέον ήθελα να δείξω πως οι ανθρώπινες αποφάσεις, επηρεάζουν σχεδόν τα πάντα σ’αυτόν τον πλανήτη. Έτσι δεν είναι; Πάρτε όμως για παράδειγμα κάτι από τη σχολική σας ζωή. Αν τα πράγματα στο σπίτι είναι στενόχωρα και τα νεύρα τεντωμένα, επειδή υπάρχουν οικονομικές δυσκολίες π.χ., και ξεσπούν καβγάδες, τότε αυτό δε θα επηρεάσει κάπως τις επιδόσεις σας στο σχολείο ή τις σχέσεις σας με τους συμμαθητές σας;

10. Γιατί δώσατε αυτόν τον τίτλο στο βιβλίο;

Ο τίτλος μου αρέσει αρκετά είναι αλήθεια. Δε συμβαίνει αυτό με όλους τους τίτλους των βιβλίων μου. Αυτόν τον θεωρώ αρκετά επιτυχημένο, γιατί δίνει στοιχεία από τους «πρωταγωνιστές» (φλαμίνγκο), τη δράση (απεργία), το είδος («οικολογικό») μαζί με μια αντίθεση (λευκό-ροζ). Επίσης εξαιρετικά επιτυχημένο θεωρώ και το εξώφυλλο, όπως και όλη την εικονογράφηση. Πρόσφατα το εξώφυλλο του Πέτρου ψηφίστηκε από τους αναγνώστες ενός βιβλιοφιλικού site ως το τρίτο καλύτερο εξώφυλλο του 2014 για την Ελλάδα. Και είμαι πολύ χαρούμενος και γι’αυτό.